Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Κονσέρτο



Έχω έναν μετρονόμο, 
κάθεται δίπλα στην καρδιά 
και την μετρά, τικ τακ, τικ τακ,
ας τον πούμε, "λογική".
Στην αρχή προσπάθησα να τον σταματήσω,
έβγαζα τις μπαταρίες, ας τις λέμε "πρέπει",
αφαιρούσα τον δείκτη, ας τον πούμε "σκέψεις".
Έκανα τα πάντα που μπορούσα, 
μα αυτός δεν σταμάταγε το μέτρημα του,
και ρύθμιζε αλλιώς τούτους τους χτύπους της καρδιάς.

Ώσπου μια μέρα ήρθανε οι αριθμοί, αυτοί του μετρονόμου,
μετρούσαν τους ανθρώπους στην ζωή της,
τις καταστάσεις, τις αποστάσεις, τις εντάσεις, τις ενστάσεις.
Αιτίες και αφορμές δεν έψαξαν ποτέ,
νοιάστηκαν μόνο για την καρδιά με το παράξενο τικ τακ,
νομίζω τούτοι οι αριθμοί συναισθημάτων όψεις παίρνουν.

Και τελικά, αυτός ο μετρονόμος δεν θα σταματήσει,
δεν θα πάψει ποτέ κείνο το τικ τακ, κείνο το μέτρημα.
Αυτό το λάθος μέτρημα, με τα χρόνια θα γίνει σωστό,
συνήθισε βλέπεις τούτη η καρδιά, έτσι να χτυπά.

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

Αντιφατικές συμφωνίες


Αντιφάσεις μαζί με ενστάσεις,
το βλέπω,
δεν θα αργήσει η ώρα της συναίνεσης. 

Θέλει προσοχή αυτή η έννοια,
δεν σημαίνει ούτε ήττα,
ούτε και συμβιβασμό.
Θέλει προσοχή μεγάλη τούτη η ερμηνεία,
πολλώ δε μάλλον η στιγμή και η έκβαση της.

Ίσως να 'ναι η συγκατάθεση, 
ίσως η ιδέα ενός κάποιου μυαλού 
που ενώθηκε ξανά με την μακριά στεκούμενη ψυχή του.

Άδικο είναι βέβαια τούτο και παράλογο,
παράλογο γιατί μέχρι τα τώρα τούτη η ύπαρξη
πάντοτε επέτρεπε να αδικιέται από το να αδικεί,
και έτσι και τώρα τον όρκο δεν θα παραβεί.

Λόγος και ψυχή είχαν βρεθεί στο συμφραζόμενο παλιά μαζί, 
μα τούτη η βραδιά αποτρέπει τούτες τις θύμισες.
Θα επιβάλλει την αυτοκρατορία του παρόντος 
με την καθηλωτική του ρώμη.

Και συ μην γελιέσαι ποτέ ξανά, 
μάχες κερδίζονται και χάνονται,
αυτό είναι ο πόλεμος και η ειρήνη της ζωής,
δεν πρόκειται να λήξει καθόλου απλά. 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Πλάσματα για άσματα

Περίεργο πλάσμα ο άνθρωπος,
μιά χαίρεται και γελά,
μιά απελπίζεται και πονά.

Πως να αρνηθώ εγώ
τούτη την φύση,
κι ας είναι απάνθρωπα ανθρωπινή.

Ομολογουμένως είναι,
απάνθρωπη από πλευράς συμπόνιας,
κάπου τώρα θα γελάσει η απονιά.
Συμπονώ, πόσο παράξενο
και μιας και το σκέφτηκες, πες το,
ψεύτικο και ξενικό, ακούγεται.
Μπορεί και να το θες,
δύσκολα όμως το κάνεις.

Πως γίνεται να νιώσεις τον άλλον;

"Δεν γίνεται, μην γελιέσαι",
ούρλιαζε πιο εκεί η λογική.
"Αν το θες, θα γίνει!",
ψιθύρισε σιωπηλά η ψυχή.

Δεν ξέρω ποια να πιστέψω,
ίσως και καμιά, εν τέλει.
Φίλες μου χρόνια πολλά,
με βασανίζουν τακτικά,
θα με υποστούν, εν γένει.


Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Δακρυγόνα ζωή



Έχω ένα δάκρυ στην γωνία του ματιού μου,

κοιμάμαι, ξυπνάω, θυμάμαι και γελάω,
γνωρίζω, μα δεν ξέρω, λυπάμαι και δεν θέλω.

Ένα σκέφτομαι και γι'αυτό είναι που γράφω,
θέλω να αλλάξω ή να αλλάξει,
θέλω να γίνει και να γίνω εγώ αλλιώς.

Αποζητώ δίχως να αναζητώ κείνο τον στόχο,
αρνούμαι να θυσιάσω, δέχομαι να πλησιάσω. 
Θα κουραστώ στην αρχή, θα παλέψω στο τέλος.
Καμία κακία ούτε μανία, μόνο λατρεία.

Μίσος για το ξένο μα και το παλιωμένο,
προσδοκία στην επιθυμία για μιαν ελπίδα,
ανυπομονησία για μια αλήθεια πραγματική.

Γεννιέμαι, πεθαίνω, πηγαίνω για να ΄ρθω,
κοιτάζω και δεν βλέπω, διστάζω και έτσι αντέχω.

Το δάκρυ θα πέσει κι άλλο θα ρθει σε τούτη τη μικρή ζωή. 

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Ωδή στο έθος

Δίνεις για να δίνεις
όχι για το αντάλλαγμα,
ζεσταίνεις μια ψυχή,
αγαπάς να ξεχνάς
σίγουρα την καρδιά σου.

Ερωτεύεσαι τον έρωτα,
ερωτεύεσαι και κείνον.
Στιγμές καθαρές,
με ανάσες και αισθήματα,
γυμνές από σκέψεις- προβλήματα.

Μοίρα ες αεί,
τίμημα πολλαπλό!

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Ισορροπία μιας ασθμαίνουσας ύπαρξης



αναρωτιέμαι πως συμβαίνει
ο σφαιρικά γεμάτος
να κρυώνει αδειανός,

συλλογιέμαι πως τυχαίνει
οι προθέσεις να 'ναι καλές
μα τούτη η λύπη να γεννιέται,

καταριέμαι πως βαραίνει
μια σιωπή κείνο το βράδυ
με το μέσα μου κραυγάζον.








Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Αργά

Ώρες στιγμών φοβάμαι
τώρα διστάζω

κάποιες φορές σε σκέφτομαι
μετά θα κλάψω

μια ζωή θα συνδέομαι
ίσως να αλλάξω

σε αποφάσεις μπλέκομαι
κάποτε θα φωνάξω

μικρή απελπίζομαι
μεγάλη θα αντέξω.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Σταγόνες φωτιάς

Άνοιξε την πόρτα και έτρεξε έξω,
είχε από ώρα πιάσει μια δυνατή βροχή,
τριβέλιζε το μυαλό της, την ψυχή της.
Λυσσομανούσε η βροχή, φώναζε η λαχτάρα.

Στάθηκε στο κέντρο της πετρόχτιστης αυλής,
έκλεισε τα μάτια, άφησε την βροχή να την αγγίξει,
να την αγκαλιάσουν οι στάλες, να ενωθεί μαζί τους.
Ο χρόνος έμοιαζε να χάνεται,
η βροχή την ένοιαζε μόνο,την κυρίευσε.
Μούσκεψαν τα ρούχα, αναστατώθηκε η ηρεμία.
Σιωπή σκέψεων, ψαλμωδία αισθημάτων.

Άνοιξε τα χέρια, έκλεισε τα μάτια,
άφησε να κατακλύσει πρώτα τα χείλη
μετά τον λαιμό της.
Παραδόθηκε αμαχητί στην ορμή της ζεστασιάς,
που οι παγωμένες ψιχάλες της πρόσφεραν.
Στάλες δροσιάς σε μέτωπο που καίγεται,
από την φλόγα της καρδιάς.
Αναπνοές δυνατές και γρήγορες,
πλατύ χαμόγελο απόλαυσης.

Ηδονή της παράδοσης,
απουσίας ελέγχου και ορίων.
Βροχή παντού, επιθυμία διάχυτη.

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (ΙΙΙ)

Έπρεπε κάπως να ξεφύγει, να πάψει να σκέφτεται, να πάψει να νοιώθει, ένοιωθε πάντα πολύ, αισθανόταν δυνατά, έντονα, τώρα δεν έπρεπε, έπρεπε να σταματήσει να νοιώθει αυτήν την απόγνωση, αυτή τη θλίψη. Πώς ήταν δυνατόν να ξεφύγει, έσπαγε το μυαλό, την ψυχή της και όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να νοιώθει, να πονάει.

Τα είχε καταφέρει, είχε πει όσα σκεφτόταν, για την ακρίβεια, τα φώναξε, τα ξεδίπλωσε με έντονες κινήσεις, όπως ξεδιπλώνεις ένα γράμμα που περιμένεις με αγωνία. Το περίμενε, το ήθελε με πολύ αγωνία, έτσι και τώρα, τα παρέδωσε όλα. Εκείνη η κλειστή ψυχή, εκείνη η φοβισμένη και πονεμένη κοπέλα τα είχε ξεκαθαρίσει όλα, όπως ακριβώς το λέει η λέξη, τα έκανε όλα διάφανα, πεντακάθαρα. Όταν του τα είχε ξεστομίσει, πριν προλάβει να αιφνιδιάσει εκείνον, τα χε καταφέρει με τον εαυτό της. Στο άκουσμα των όσων πίστευε, ένοιωθε, φοβόταν και ήλπιζε, ήταν εκείνη που είχε πανικοβληθεί και ταραχθεί πρώτη, αλλά σίγουρα υπήρχε χρόνος και για κείνον. Και ο χρόνος, όπως πάντα ήρθε, αμείλικτος, αποφασιστικός και τελεσίδικος. Δεν υπήρχε γυρισμός πια, για τίποτα και για κανένα, δεν μπορούσε και δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Εκείνος θα ψέλλιζε κάτι ακαταλαβίστικο, προφανώς για την κάνει να νιώσει καλά, να κρύψει την αμηχανία του, ούτε εκείνος δεν ήξερε τι έλεγε, πόσο μάλλον εκείνη. Παρά τις συνθήκες, παρά το γεγονός οτι διαλυόταν ψυχικά χωρίς να το ξέρει, αποφάσισε να πει κάτι τελευταίο, κάτι που δεν θα άντεχε αν δεν ακουγόταν, έστω ως επίλογος, σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να μείνουν τα θαμπά δικά του λόγια να κλείσουν εκείνη την ημέρα, εκείνη την εξομολόγηση, εκείνη την σχέση. Στην προσπάθεια της να αρθρώσει, δεν τα κατάφερε, ίσως δεν προσπάθησε πολύ, ίσως δεν το θέλησε τόσο, όσο να τον φιλήσει, κλείνοντας έτσι την οδό για μια σειρά από λάθη που εκείνος θα έκανε, μιλώντας. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού του, εκείνα που της είχε κάνει δώρο στην επέτειο τους με το μπρελόκ καρδιά, και έφυγε αθόρυβα, χωρίς να πει τίποτα άλλο ή έστω να τον κοιτάξει, δεν θα άντεχε. Το μόνο που πήρε μαζί της ήταν η γεύση από το χείλια του και το άγγιγμα που εκείνα είχαν χαρίσει στα δικά της, της ανήκε άλλωστε.

Οι επόμενες μέρες θα έρχονταν και αυτές, εκείνη θα δούλευε πολύ, στην εταιρεία αλλά κυρίως τον εαυτό της, θα γύριζε αργά το βράδυ, θα έπινε καφέ και μετά θα συνέχιζε με κάποιο ποτό, όχι για να μην θυμάται, αυτό δεν επρόκειτο να γίνει και το ξερε καλά, αλλά για να ελαφρύνει λίγο τα βαριά συναισθήματα. Το βροχερό εκείνο βράδυ θα έβρισκε γυρίζοντας μια σκιά στις σκάλες της, θα την προσπερνούσε, ήταν αποκύημα της πλούσιας φαντασίας της και μιας τεράστιας μάταιης ελπίδας οτι κάτι θα είχε αλλάξει, οτι ένας τρόπος θα βρισκόταν. Σε λίγο θα έπαιρνε το αυτοκίνητο της και πάλι για να βγει. Η σκιά ήταν και πάλι εκεί, την προσπέρασε και πάλι αυτήν την φορά, δεν άντεξε όμως να μην γυρίσει να την κοιτάξει, στην όψη που είχε ένοιωσε για λίγο ζεστασιά και ηρεμία, για λίγο.

Τα χέρια που την κρατούσαν, δεν ήταν τα δικά του, όσο και να τον ευχόταν, δεν τα αναγνώρισε όταν τα κοίταξε, ήταν άλλα χέρια, άγνωστα, δεν τα ήθελε, δεν τα χρειαζόταν. Την μετέφεραν γρήγορα, μάλλον θα είχαν τρομάξει από τα κατακόκκινα ρούχα της, και από τα δυο ορθάνοιχτα κλαμένα καστανά της μάτια, που άρχισαν πάλι να τρέχουν σαν μεγάλα ποτάμια, δεν τα συγκράτησε, τι νόημα θα είχε; η εικόνα του την έκανε πια, μόνο να κλαίει, και έτσι ξαφνικά εκεί που την χάζευε μέσα από τις μεγάλες οθόνες του μυαλού της, έχασε μια ανάσα. Στην αρχή δεν το κατάλαβε, αλλά άρχισε να της συμβαίνει, έμεινε κάποιες ανάσες πίσω. Δεν ένιωσε πόνο, αγωνία, θυμό ή στεναχώρια, ένιωσε να βυθίζεται σε μια βαθιά θάλασσα, σκοτεινή αλλά παράλληλα τόσο γαλήνια. Ένιωσε ασφάλεια και σιγουριά, έχανε κι άλλες ανάσες ενώ κατευθυνόταν ολοένα και πιο κοντά στον βυθό, που έμοιαζε απέραντος αλλά τόσο γνώριμος. Η φωτογραφία του μυαλού της πήρε ζωή και την έπιασε από το χέρι. Πιο ευτυχισμένη και ήρεμη από ποτέ, αφέθηκε να την ταξιδέψει. Τι άλλο έμενε να κάνει πια; 

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (ΙΙ)

H ώρα είχε περάσει στα σίγουρα αρκετά, εκείνη δεν είχε κουνηθεί καθόλου αλλά το είχε καταλάβει πως οι δείκτες δεν είχαν καταφέρει να μείνουν κολλημένοι, να μην της κάνουν την χάρη, και ο χρόνος τελικά να περνά.
Της φάνηκε πως άκουσε φωνές, άγνωστες δυνατές τρομοκρατημένες φωνές, αλλά η αλήθεια ήταν οτι ούτε ακριβώς ήθελε να ακούσει ούτε και την ένοιαζε για αυτές. Και τότε έγινε κάτι που ούτε η ίδια αλλά και σίγουρα ούτε όσοι είχαν μαζευτεί γύρω της θα πίστευαν, εκείνη γέλασε.
Στην αρχή της φάνηκε τόσο περίεργο, τόσος κόσμος να έχει μαζευτεί εκεί μόνο για κείνη, να δει αν είναι καλά, αν μπορούσαν να κάνουν κάτι, χωρίς εκείνη να το έχει προκαλέσει, αυτό που πάντα επεδίωκε έγινε πραγματικότητα έτσι απλά. Μετά σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχε γελάσει, προσπάθησε, ξαναπροσπάθησε και τότε, ακριβώς την στιγμή που βρήκε την απάντηση που ζητούσε το πρόσωπο της είχε ήδη χάσει το χαμόγελο του, σκοτείνιασε με μιας και γύρισε σε αυτή τη γνώριμη πια κατάσταση έκδηλης θλίψης που την χαρακτήριζε τον τελευταίο καιρό.
Όλα είχαν συμβεί τόσο γρήγορα, τόσο μοναδικά και ξεχωριστά, πολλές φορές σκεφτόταν οτι όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα, κάτι που είχε πλάσει με το μυαλό της. Αλλά πάλι όχι, μπορεί να είχε δώσει σχήμα σε πολλές κρυφές σκέψεις και όνειρα μέσα σε κείνο το μυαλό που μπορούσε να κάνει τα πάντα τόσο αληθινά, αλλά αυτό όχι της είχε συμβεί, ήταν βέβαιο. Το μόνο που ονειρευόταν να είναι ψέμα ήταν το τέλος , εκείνο το άδικο τέλος που δεν μπόρεσε ούτε να αποτρέψει αλλά ούτε και να κατανοήσει.
Τα ρούχα της ήταν κατακόκκινα, τα μάτια της δακρυσμένα, αλλά το μυαλό της είχε αρχίσει ξανά να στροφάρει γρήγορα. Ήταν σίγουρη πως το ένοιωθε ως λύτρωση, θα ήθελε όμως να φύγει έτσι; την είχε κατακλύσει η σκέψη, καιρό τώρα, αλλά αυτή τη στιγμή πιο πολύ από ποτέ. Ίσως επειδή ήταν απόφαση, ή τώρα ή ποτέ. Άκουγε κόσμο να μιλάει, αλλά δεν την ένοιαζε τι έλεγαν, έπρεπε να αποφασίσει να αφεθεί, να παραδοθεί στα δίχτυα της αιωνιότητας, ή να έβαζε μια φορά ακόμη τα δυνατά της και να τα καταφέρει, έπρεπε πιο πολύ από ποτέ να αποφασίσει.  Οι εικόνες ξανάρχισαν να έρχονται στα μάτια της, ήταν σαν φωτογραφίες του μυαλού της, με αγαπημένους ανθρώπους, τοπία, στιγμές, ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να έχει ξεχάσει, κι όμως όλα εμφανίζονταν μπροστά της, την καλούσαν, την φώναζαν, αλλά δεν άκουγε. Τι της έλεγαν, τι ήθελαν να πουν; αναρωτιόταν αν είχαν έρθει τότε για να την κρατήσουν δυνατή, να την βοηθήσουν, ή μήπως απλά για να την χαιρετήσουν. Πάντοτε αποζητούσε τους φίλους της, τις σχέσεις της, την οικογένεια της, τους ανθρώπους της, όπως τους έλεγε. Ήταν δυνατή και εύθραυστη μαζί, ήταν πλέον τρόπος ζωής, όχι επιλογή, όχι απόφαση, απλά συνέβαινε. Και φυσικά ακόμη και έτσι, πολλές φορές αισθανόταν απελπιστικά  και μόνη, γιατί απλά ήταν.
Αναρωτιόταν πάντα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί και χωρίς αυτούς, αν και πάντα κατάφερνε να φεύγει όπου ένοιωθε οτι δεν υπάρχει λόγος να μένει άλλο. Τώρα όμως ήταν η ζωή της, έπρεπε να φύγει και από αυτήν; Ακόμη στεκόταν εκεί, και θα παρέμενε αν δυο χέρια δεν την κρατούσαν, δύο χέρια για να την σώσουν, όπως είχε γίνει και τότε. Εικόνες πέρασαν από το μυαλό της, μια εικόνα έμεινε τελικά.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (Ι)

Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως ένιωθε να κινείται με τεράστια ορμή. Κι όμως ήταν εκεί, όντως δεν κινούνταν, μπορεί να μην το ήξερε, αλλά η κατάσταση της ήταν κρίσιμη, ή μήπως να το ξερε;

Κρίσιμη με κάθε τρόπο, σωματικά, ψυχικά,νοητικά. Είχε να κοιμηθεί γύρω στις τρεις μέρες, δεν ένοιωθε πια την ανάγκη, δεν νύσταζε, εξάλλου δεν μπορούσε πια να κατηγορήσει την νύχτα που δεν την ανακούφιζε, έτσι όπως τα είχε κάνει όλα, εκείνη και μόνο έφταιγε, και το ξέρε. 
Ήταν ένα βροχερό βράδυ, ένα κλασσικό βράδυ φθινοπώρου, η βροχή χτύπαγε αμείλικτα τα παράθυρα του σπιτιού. Της άρεσε πάντα το άκουσμα της βροχής, τα μπουμπουνητά, οι κεραυνοί. Καθόταν με τις ώρες μπροστά στα παράθυρα και χάζευε έξω, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, της ήταν τόσο ευχάριστο, έστω αυτό και μόνο. Απόψε δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν ήρεμη, δεν μπορούσε να σταθεί στο παράθυρο, άκουγε την βροχή να μαστιγώνει τα τζάμια, και έπαιρνε φωτιά. Δεν ανεχόταν να κάθεται στο ίδιο σημείο, να μην κάνει κάτι άλλο, ήταν τόσο περίεργη βραδιά για κείνη. Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε. Δεν θα πήγαινε κάπου, είχε ήδη όμως ξεκινήσει. Οδηγούσε βιαστικά στην αρχή, νευρικά και απότομα. Οι δρόμοι τέτοια ώρα ήταν άδειοι, έφταιγε σίγουρα και η νεροποντή και κείνη κινούνταν σχεδόν μόνη, ακόμη και σε εκείνον τον πολυσύχναστο δρόμο. Οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν σαν τρελοί, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για το νερό που έτρεχε στα μάτια της, αυτό ούτε η ίδια μπορούσε να το ελέγξει. Ήταν ένα κλάμα αθόρυβο αλλά δυνατό, χωρίς να το υπολογίσει ή να το τιθασεύσει, απλά το άφηνε να συμβαίνει, τι μπορούσε να κάνει άλλωστε; Αισθανόταν απελπιστικά φοβισμένη και ασταθής, και ήταν ξεκάθαρα και από τα δύο. Άνοιξε το ραδιόφωνο, που άρχισε να φωνάζει σαν τρελό, έναν ήχο γνωστό, αλλά παράλληλα αποκρουστικό και δυσάρεστο, άλλαξε σταθμό ξανά και ξανά. Δεν είδε, δεν πρόσεξε, όπως της συνέβαινε πολλές φορές, την απορρόφησε τόσο η εναλλαγή των σταθμών, των κομματιών, των ήχων, των δακρύων που δεν είδε. Το φανάρι ήταν βαθύ κόκκινο, μετά από λίγα δεύτερα  το ίδιο χρώμα είχαν και τα ρούχα της. Το αυτοκίνητο που την τράκαρε ήταν σίγουρα μεγαλύτερο θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε πλακώσει, αλλά τι σημασία είχε πια;
Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως οι σκέψεις κατάφεραν να την κατακλύσουν, λες και το αυτοκίνητο είχε πατήσει το κουμπί του μυαλό της και του επέτρεψε να απελευθερώσει όσα έκρυβε. Είδε στιγμές, χαμόγελα, αγκαλιές, χορό, τους γονείς της να της γνέφουν από μακριά, και μετά πρόσωπα που έτρεχαν σαν σε παρουσίαση φωτογραφιών στο γρήγορο πρόγραμμα. Πέρασαν όλοι από μπροστά της, και έμοιαζαν να την αγαπούν τόσο, και πάλι σκέφτηκε, τι σημασία είχε πια; οτι είχε γίνει, το αυτοκίνητο, το κόκκινο χρώμα στα ρούχα, αυτό είχε σημασία. Δεν την ένοιαζε αυτό που θα ερχόταν, ένοιωθε όμως ανακούφιση, σαν να έφευγε ένα βάρος. Σκεφτόταν πάντα ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να το κάνει, να το προσπαθήσει έστω, και όμως τα πράγματα ήρθαν τόσο βολικά, και κείνη βρισκόταν εκεί, με αυτά τα κατακόκκινα ρούχα, τις φωτογραφίες του μυαλού της, δεν ένοιωθε πια μόνη. Το ραδιόφωνο ξεκίνησε να δουλεύει ξανά, από τα ηχεία ακουγόταν η φωνή της Έλλης Λαμπέτη, " Παρίσι κι όνειρα, καρδιές κι αισθήματα, όλα είναι χάρτινα, όλα είναι ψεύτικα... ", και εκείνη άφησε ένα δάκρυ τελευταίο να τρέξει, ένα δάκρυ για όλα. Το ραδιόφωνο συνέχισε να παίζει και εκείνη στεκόταν εκεί.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λέξεις κλειδιά

Ψευδαισθήσεις ονειρικές,
αγάπες παιχνίδια,
ανάσες κομμένες,
βάσεις σαθρές,
πεδίο μάχης,

αλήθειες υπολογισμένες,
πραγματικός χρόνος,
νύχτες μόνες,
ψυχές κουρασμένες,
κορμιά δεμένα,

ομολογίες κατασκευασμένες,
ψέματα φιλοσοφημένα,
δίκαιο αδικημένου,
μυαλά αλλαγμένα,
μάτια απαράλλαχτα!

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Άϋπνη κουβέντα

Άκουσα να λέει η ποιήτρια *
"ψάχνω έναν βαθουλό άνθρωπο,
για την σούπα μου".
Σοφή κουβέντα σκέφτηκα αμέσως,
την απαρνήθηκα μετά.

Από την μια η άβυσσος,
μιας ζωής επιλεγμένης σχεδόν χειρουργικά,
απόλυτης προσοχής και επιλογών,
μοιάζαν σωστές, ήταν σωστές;
αναρωτιέμαι και καταλήγω,
το παρελθόν είναι παρελθόν,
θα πεις, κοινότοπο, καμιά ουσία.
Γνωρίζω τις θεωρίες, αμελώ την πράξη.

Ασάλευτη ησυχία και απαλή σαν μετάξι,
οι σκέψεις φωνασκούν, με ξεκουφαίνουν,
θα τις διώξω προτού πουν πολλά.

Κάθε άνθρωπος φοβάται και ξεχνά,
θα πείτε για μενα τώρα, αλλά όχι,
εγώ φοβάμαι και θυμάμαι,
αλλιώτικη όπως κι αλλοτινή ξανά.

* Κική Δημουλά, συνέντευξη για την τηλεόραση.

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Σιωπές

Μίλα μου, έστω για λίγο, κάντο
ξέρεις, μπορείς να πεις τα πάντα,
μιλάς στην ψυχή μου, όχι σε μένα,
θέλω μόνο να σ'ακούω, μίλα μου!

Μιλάω και τι λέω,
τι είναι αυτά που εννοώ, τι θέλω;
Μιλάω και σκέφτομαι,
άραγε τι να σκέφτεσαι, όταν μιλάω.
Μιλάω και ψάχνω,
ψάχνω για σένα, ψάχνω για να ψάχνω.

Μιλάω και σιωπώ,
ξέρεις, μπορεί να λέω τα πάντα,
νομίζω πως με τις σιωπές φωνάζω την αλήθεια.
Σιγανά, απαλά, έντονα και απότομα,
φωνάζω μεσ΄την σιωπή, και ο στίχος λέει,
"πληγώνω την σιωπή".

Είναι αναίμακτη πληγή, γιατί,
νομίζω το κατάλαβες πια,
φωνάζω σιωπώντας!

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Εξισώσεις ονείρων



Κάποιος θα πει ήταν αργά
εγώ θα πω ήταν νωρίς,
αλλά είναι μια αλήθεια αυτή
μια ψεύτικη αλήθεια,
γιατί ποιος θα κρίνει το χρόνο
την συνήθεια, την εξάρτηση, εμάς.

Κάποτε θα το δεις και συ
δεν θα 'ναι πια το ίδιο,
θα με κοιτάς, αλλά δεν θα με 'χεις,
θα μαγαπάς, αλλά δεν θα το πεις.
Ξέρεις πως μια ζωή θα σε κρατώ
σαν κάτι αλλιώτικα παντοτινό.
Θα σε κρατώ μα δεν θα σε 'χω.
Θα με ζητήσεις μα δεν θα με βρεις.

Έτσι είναι η εξίσωση,
δύσκολη και εύθραυστη,
αν πας να την αγγίξεις καταρρέει
και παγιδεύεσαι στους αριθμούς,
στις αφαιρέσεις του μυαλού.
Μην την κοιτάς, μην ασχολείσαι,
θα βρει το δρόμο της, όσο μπορεί.
Δεν θα την λύσεις, μα θα λυθεί.


Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Κρύβομαι;;;




Πάντοτε, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, υπήρχαν υπάρχουν και θα υπάρχουν οι δικαιολογίες. Είναι κάτι μικρές λέξεις, φράσεις, προτάσεις, που τις ξεστομίζεις χωρίς ντροπή, για να καλύψεις μια πράξη που δεν ξέρεις αν θα ικανοποιούσε τους γύρω σου, ή ίσως δεν ικανοποιεί και εσένα τον ίδιο, μικρά αθώα ψέματα. Κοινώς παραμυθιάζεις, πρώτα τον εαυτό σου και μετά όλους τους άλλους.
Δεν νομίζω πως θέλει κάποιος λέγοντας δικαιολογίες να πονέσει τους άλλους. Αντίθετα, είμαι σίγουρη πως προσπαθείς έτσι να προφυλάξεις τον εαυτό σου ή και τους άλλους από την αντιμετώπιση της αλήθειας. Η αλήθεια είναι κάτι σκληρό, απότομο, σε τρομάζει! Κάτι σαν κρεβάτι χειρουργείου, παγωμένο, απόλυτα λείο με ένα τεράστιο φως από πάνω του, που δεν αφήνει τίποτα στο σκοτάδι. Και τι είναι αυτό που κάνουν οι άνθρωποι; κλείνουν το φως, προσπαθώντας να κρατήσουν κρυφό ότι μπορεί να υπάρχει πάνω στο κρεβάτι.
Ναι ναι, και εγώ λέω δικαιολογίες στον εαυτό μου, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Καταφέρνω έτσι, με μεγάλη ευκολία, να ξεχνώ τι πραγματικά θέλω και ζητάω, δημιουργώ ψεύτικες εικόνες, ανάγκες, απόψεις, μόνο και μόνο για να μπορέσω να κρύψω τις αληθινές και έτσι να προφυλαχτώ από κάθε πιθανότητα απόρριψης, στεναχώριας, ή κακού αποτελέσματος. Άμυνα είναι και το ξέρω. Και πολλές φορές, έχεις κάνει τόσο καλή δουλειά που πράγματι καταφέρνεις μια και καλή να ξεχάσεις τι ήθελες στην αρχή, με αποτέλεσμα να οδηγείς τον εαυτό σου σε λάθος μονοπάτια που δεν σε κάνουν να αισθάνεσαι πλήρης. Αυτό κάνουμε, δημιουργούμε ψεύτικες ανάγκες, υποσυνείδητα, και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν βρίσκουμε την ευτυχία. Εμείς οι ίδιοι την αφήσαμε να φύγει, με τις πράξεις και τις επιλογές μας. Άλλωστε είναι πολλοί αυτοί που το λένε, η ευτυχία σου χτυπάει την πόρτα μια φορά, ο πόνος έχει μεγαλύτερη υπομονή!
Γιαυτό ας σταματήσουμε όλοι να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας, και μάλιστα να πιστεύουμε οτι τα καταφέρνουμε. Τα πραγματικά θέλω μας και η αλήθεια του καθενός θα βγει κάποια στιγμή στην επιφάνεια, και ίσως τότε να είναι πιο οδυνηρή η αντιμετώπιση της. Ξέρω τι θέλω, άρα ψάχνω σωστά! Μην ξεχνάς οτι όταν κλείνεις τον εαυτό σου, λέγοντας δικαιολογίες ή δημιουργώντας ψεύτικες ανάγκες, αποφεύγεις το να πληγωθείς αλλά ΚΑΙ το να ευτυχίσεις.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Πετυχημένη αποτυχία...

Ήταν πρωί. Ένα συνηθισμένο πρωινό, λίγο πριν τις εννιά. Ξύπνησα ήρεμα, χωρίς μεγάλη δυσκολία ή προσπάθεια, πάντοτε υπό τους ήχους του ξυπνητηριού που αδιάκοπα καθημερινά έπαιζε την μελωδία του, καλώντας με να τερματίσω τον ύπνο που με τόση βουλιμία απολάμβανα. Κατέβηκα βιαστικά την σκάλα και ακολούθησα μια ακόμη καθημερινή συνήθεια, άνοιξα διάπλατα τις μεγάλες μπαλκονόπορτες επιτρέποντας στο φως της μέρας να μπει στο σκοτεινό, μέχρι πρότινος, σαλόνι. Ήταν σαν να επέτρεπα στο φως να μπει και στην δική μου μέρα και να την κάνει πιο αισιόδοξη.
Βλέποντας τον ταχυδρόμο στο διπλανό σπίτι, σκέφτηκα αυτό που για τόση ώρα απέφευγα. Πετάχτηκα έξω, για να πάρω τα δικά μας γράμματα, δύο λογαριασμοί, ένα προσκλητήριο, μια εφημερίδα, και να το, το γράμμα που είχε παραλήπτη εμένα και μάλιστα προσωπικά. Το άνοιξα αμέσως με μεγάλη προσμονή, ελπίδα, και δεν θα στο κρύψω μια κρυφή φοβία, και αν ήταν αρνητικό; Οι γραμμές πέρασαν από μπροστά μου, σαν να χόρευαν, λέξεις με άρθρα πιασμένα από το χέρι σε ένα ασταμάτητο, βασανιστικό και βίαιο χορό. Με μια ανάσα έφτασα στο τέλος, για να καταφέρω να την χάσω κι'αυτήν. Λίγο πριν το τέλος της πρώτης σελίδας με κόκκινα γράμματα , κόκκινα σαν να ήθελαν να δώσουν μια δόση χαράς στο στενάχωρο περιεχόμενο, έγραφε :"Καταλήγοντας θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε οτι ύστερα από σοβαρή σκέψη και επεξεργασία των στοιχείων που μας προσκομίσατε, η αίτηση σας για παραλαβή και ανάθεση ονείρων, απορρίπτεται. Λυπούμαστε ειλικρινά." Διάβασα τις γραμμές ξανά και ξανά, σαν να μην μπορούσα να αντιληφθώ τι ακριβώς εννοούσαν. Και πραγματικά δεν μπορούσα. Μετά είδα, κατάλαβα και αποφάσισα σε μια στιγμή.
Τι σημασία έχει όταν οι άλλοι σου επιτρέπουν να κάνεις όνειρα, ακόμη και μια τόσο σοβαρή επιτροπή, αξιολόγησης-ανάθεσης. Σημασία έχει να το θες εσύ, να είσαι τόσο πραγματικά και ουσιαστικά αποφασισμένος να θυσιάσεις τα πάντα για να δεις αυτό το ένα, μοναδικό, σημαντικότερο από όλα, να γίνεται πραγματικότητα. Τα όνειρα είναι δικά μας, και μόνο δικά μας! Θα συνεχίσω λοιπόν, να προσπαθώ να βλέπω κάτι, εκεί πέρα μακριά στην καρδιά μου, και να το κάνω πράξη. Έτσι θα κάνω την ζωή μου όπως την θέλω εγώ.
Έσκισα τον φάκελο και το χαζό ,τώρα πια, περιεχόμενό του. Ήξερα τι έπρεπε να κάνω.
Ήταν πρωί. Ένα συνηθισμένο πρωινό, λίγο μετά της εννιά, λίγο μετά την πρώτη δική μου απόφαση σ'αυτήν την ζωή.