H ώρα είχε περάσει στα σίγουρα αρκετά, εκείνη δεν είχε κουνηθεί καθόλου αλλά το είχε καταλάβει πως οι δείκτες δεν είχαν καταφέρει να μείνουν κολλημένοι, να μην της κάνουν την χάρη, και ο χρόνος τελικά να περνά.
Της φάνηκε πως άκουσε φωνές, άγνωστες δυνατές τρομοκρατημένες φωνές, αλλά η αλήθεια ήταν οτι ούτε ακριβώς ήθελε να ακούσει ούτε και την ένοιαζε για αυτές. Και τότε έγινε κάτι που ούτε η ίδια αλλά και σίγουρα ούτε όσοι είχαν μαζευτεί γύρω της θα πίστευαν, εκείνη γέλασε.
Στην αρχή της φάνηκε τόσο περίεργο, τόσος κόσμος να έχει μαζευτεί εκεί μόνο για κείνη, να δει αν είναι καλά, αν μπορούσαν να κάνουν κάτι, χωρίς εκείνη να το έχει προκαλέσει, αυτό που πάντα επεδίωκε έγινε πραγματικότητα έτσι απλά. Μετά σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχε γελάσει, προσπάθησε, ξαναπροσπάθησε και τότε, ακριβώς την στιγμή που βρήκε την απάντηση που ζητούσε το πρόσωπο της είχε ήδη χάσει το χαμόγελο του, σκοτείνιασε με μιας και γύρισε σε αυτή τη γνώριμη πια κατάσταση έκδηλης θλίψης που την χαρακτήριζε τον τελευταίο καιρό.
Όλα είχαν συμβεί τόσο γρήγορα, τόσο μοναδικά και ξεχωριστά, πολλές φορές σκεφτόταν οτι όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα, κάτι που είχε πλάσει με το μυαλό της. Αλλά πάλι όχι, μπορεί να είχε δώσει σχήμα σε πολλές κρυφές σκέψεις και όνειρα μέσα σε κείνο το μυαλό που μπορούσε να κάνει τα πάντα τόσο αληθινά, αλλά αυτό όχι της είχε συμβεί, ήταν βέβαιο. Το μόνο που ονειρευόταν να είναι ψέμα ήταν το τέλος , εκείνο το άδικο τέλος που δεν μπόρεσε ούτε να αποτρέψει αλλά ούτε και να κατανοήσει.
Τα ρούχα της ήταν κατακόκκινα, τα μάτια της δακρυσμένα, αλλά το μυαλό της είχε αρχίσει ξανά να στροφάρει γρήγορα. Ήταν σίγουρη πως το ένοιωθε ως λύτρωση, θα ήθελε όμως να φύγει έτσι; την είχε κατακλύσει η σκέψη, καιρό τώρα, αλλά αυτή τη στιγμή πιο πολύ από ποτέ. Ίσως επειδή ήταν απόφαση, ή τώρα ή ποτέ. Άκουγε κόσμο να μιλάει, αλλά δεν την ένοιαζε τι έλεγαν, έπρεπε να αποφασίσει να αφεθεί, να παραδοθεί στα δίχτυα της αιωνιότητας, ή να έβαζε μια φορά ακόμη τα δυνατά της και να τα καταφέρει, έπρεπε πιο πολύ από ποτέ να αποφασίσει. Οι εικόνες ξανάρχισαν να έρχονται στα μάτια της, ήταν σαν φωτογραφίες του μυαλού της, με αγαπημένους ανθρώπους, τοπία, στιγμές, ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να έχει ξεχάσει, κι όμως όλα εμφανίζονταν μπροστά της, την καλούσαν, την φώναζαν, αλλά δεν άκουγε. Τι της έλεγαν, τι ήθελαν να πουν; αναρωτιόταν αν είχαν έρθει τότε για να την κρατήσουν δυνατή, να την βοηθήσουν, ή μήπως απλά για να την χαιρετήσουν. Πάντοτε αποζητούσε τους φίλους της, τις σχέσεις της, την οικογένεια της, τους ανθρώπους της, όπως τους έλεγε. Ήταν δυνατή και εύθραυστη μαζί, ήταν πλέον τρόπος ζωής, όχι επιλογή, όχι απόφαση, απλά συνέβαινε. Και φυσικά ακόμη και έτσι, πολλές φορές αισθανόταν απελπιστικά και μόνη, γιατί απλά ήταν.
Αναρωτιόταν πάντα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί και χωρίς αυτούς, αν και πάντα κατάφερνε να φεύγει όπου ένοιωθε οτι δεν υπάρχει λόγος να μένει άλλο. Τώρα όμως ήταν η ζωή της, έπρεπε να φύγει και από αυτήν; Ακόμη στεκόταν εκεί, και θα παρέμενε αν δυο χέρια δεν την κρατούσαν, δύο χέρια για να την σώσουν, όπως είχε γίνει και τότε. Εικόνες πέρασαν από το μυαλό της, μια εικόνα έμεινε τελικά.
Της φάνηκε πως άκουσε φωνές, άγνωστες δυνατές τρομοκρατημένες φωνές, αλλά η αλήθεια ήταν οτι ούτε ακριβώς ήθελε να ακούσει ούτε και την ένοιαζε για αυτές. Και τότε έγινε κάτι που ούτε η ίδια αλλά και σίγουρα ούτε όσοι είχαν μαζευτεί γύρω της θα πίστευαν, εκείνη γέλασε.
Στην αρχή της φάνηκε τόσο περίεργο, τόσος κόσμος να έχει μαζευτεί εκεί μόνο για κείνη, να δει αν είναι καλά, αν μπορούσαν να κάνουν κάτι, χωρίς εκείνη να το έχει προκαλέσει, αυτό που πάντα επεδίωκε έγινε πραγματικότητα έτσι απλά. Μετά σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχε γελάσει, προσπάθησε, ξαναπροσπάθησε και τότε, ακριβώς την στιγμή που βρήκε την απάντηση που ζητούσε το πρόσωπο της είχε ήδη χάσει το χαμόγελο του, σκοτείνιασε με μιας και γύρισε σε αυτή τη γνώριμη πια κατάσταση έκδηλης θλίψης που την χαρακτήριζε τον τελευταίο καιρό.
Όλα είχαν συμβεί τόσο γρήγορα, τόσο μοναδικά και ξεχωριστά, πολλές φορές σκεφτόταν οτι όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα, κάτι που είχε πλάσει με το μυαλό της. Αλλά πάλι όχι, μπορεί να είχε δώσει σχήμα σε πολλές κρυφές σκέψεις και όνειρα μέσα σε κείνο το μυαλό που μπορούσε να κάνει τα πάντα τόσο αληθινά, αλλά αυτό όχι της είχε συμβεί, ήταν βέβαιο. Το μόνο που ονειρευόταν να είναι ψέμα ήταν το τέλος , εκείνο το άδικο τέλος που δεν μπόρεσε ούτε να αποτρέψει αλλά ούτε και να κατανοήσει.
Τα ρούχα της ήταν κατακόκκινα, τα μάτια της δακρυσμένα, αλλά το μυαλό της είχε αρχίσει ξανά να στροφάρει γρήγορα. Ήταν σίγουρη πως το ένοιωθε ως λύτρωση, θα ήθελε όμως να φύγει έτσι; την είχε κατακλύσει η σκέψη, καιρό τώρα, αλλά αυτή τη στιγμή πιο πολύ από ποτέ. Ίσως επειδή ήταν απόφαση, ή τώρα ή ποτέ. Άκουγε κόσμο να μιλάει, αλλά δεν την ένοιαζε τι έλεγαν, έπρεπε να αποφασίσει να αφεθεί, να παραδοθεί στα δίχτυα της αιωνιότητας, ή να έβαζε μια φορά ακόμη τα δυνατά της και να τα καταφέρει, έπρεπε πιο πολύ από ποτέ να αποφασίσει. Οι εικόνες ξανάρχισαν να έρχονται στα μάτια της, ήταν σαν φωτογραφίες του μυαλού της, με αγαπημένους ανθρώπους, τοπία, στιγμές, ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να έχει ξεχάσει, κι όμως όλα εμφανίζονταν μπροστά της, την καλούσαν, την φώναζαν, αλλά δεν άκουγε. Τι της έλεγαν, τι ήθελαν να πουν; αναρωτιόταν αν είχαν έρθει τότε για να την κρατήσουν δυνατή, να την βοηθήσουν, ή μήπως απλά για να την χαιρετήσουν. Πάντοτε αποζητούσε τους φίλους της, τις σχέσεις της, την οικογένεια της, τους ανθρώπους της, όπως τους έλεγε. Ήταν δυνατή και εύθραυστη μαζί, ήταν πλέον τρόπος ζωής, όχι επιλογή, όχι απόφαση, απλά συνέβαινε. Και φυσικά ακόμη και έτσι, πολλές φορές αισθανόταν απελπιστικά και μόνη, γιατί απλά ήταν.
Αναρωτιόταν πάντα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί και χωρίς αυτούς, αν και πάντα κατάφερνε να φεύγει όπου ένοιωθε οτι δεν υπάρχει λόγος να μένει άλλο. Τώρα όμως ήταν η ζωή της, έπρεπε να φύγει και από αυτήν; Ακόμη στεκόταν εκεί, και θα παρέμενε αν δυο χέρια δεν την κρατούσαν, δύο χέρια για να την σώσουν, όπως είχε γίνει και τότε. Εικόνες πέρασαν από το μυαλό της, μια εικόνα έμεινε τελικά.