Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (ΙΙ)

H ώρα είχε περάσει στα σίγουρα αρκετά, εκείνη δεν είχε κουνηθεί καθόλου αλλά το είχε καταλάβει πως οι δείκτες δεν είχαν καταφέρει να μείνουν κολλημένοι, να μην της κάνουν την χάρη, και ο χρόνος τελικά να περνά.
Της φάνηκε πως άκουσε φωνές, άγνωστες δυνατές τρομοκρατημένες φωνές, αλλά η αλήθεια ήταν οτι ούτε ακριβώς ήθελε να ακούσει ούτε και την ένοιαζε για αυτές. Και τότε έγινε κάτι που ούτε η ίδια αλλά και σίγουρα ούτε όσοι είχαν μαζευτεί γύρω της θα πίστευαν, εκείνη γέλασε.
Στην αρχή της φάνηκε τόσο περίεργο, τόσος κόσμος να έχει μαζευτεί εκεί μόνο για κείνη, να δει αν είναι καλά, αν μπορούσαν να κάνουν κάτι, χωρίς εκείνη να το έχει προκαλέσει, αυτό που πάντα επεδίωκε έγινε πραγματικότητα έτσι απλά. Μετά σκέφτηκε την τελευταία φορά που είχε γελάσει, προσπάθησε, ξαναπροσπάθησε και τότε, ακριβώς την στιγμή που βρήκε την απάντηση που ζητούσε το πρόσωπο της είχε ήδη χάσει το χαμόγελο του, σκοτείνιασε με μιας και γύρισε σε αυτή τη γνώριμη πια κατάσταση έκδηλης θλίψης που την χαρακτήριζε τον τελευταίο καιρό.
Όλα είχαν συμβεί τόσο γρήγορα, τόσο μοναδικά και ξεχωριστά, πολλές φορές σκεφτόταν οτι όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα, κάτι που είχε πλάσει με το μυαλό της. Αλλά πάλι όχι, μπορεί να είχε δώσει σχήμα σε πολλές κρυφές σκέψεις και όνειρα μέσα σε κείνο το μυαλό που μπορούσε να κάνει τα πάντα τόσο αληθινά, αλλά αυτό όχι της είχε συμβεί, ήταν βέβαιο. Το μόνο που ονειρευόταν να είναι ψέμα ήταν το τέλος , εκείνο το άδικο τέλος που δεν μπόρεσε ούτε να αποτρέψει αλλά ούτε και να κατανοήσει.
Τα ρούχα της ήταν κατακόκκινα, τα μάτια της δακρυσμένα, αλλά το μυαλό της είχε αρχίσει ξανά να στροφάρει γρήγορα. Ήταν σίγουρη πως το ένοιωθε ως λύτρωση, θα ήθελε όμως να φύγει έτσι; την είχε κατακλύσει η σκέψη, καιρό τώρα, αλλά αυτή τη στιγμή πιο πολύ από ποτέ. Ίσως επειδή ήταν απόφαση, ή τώρα ή ποτέ. Άκουγε κόσμο να μιλάει, αλλά δεν την ένοιαζε τι έλεγαν, έπρεπε να αποφασίσει να αφεθεί, να παραδοθεί στα δίχτυα της αιωνιότητας, ή να έβαζε μια φορά ακόμη τα δυνατά της και να τα καταφέρει, έπρεπε πιο πολύ από ποτέ να αποφασίσει.  Οι εικόνες ξανάρχισαν να έρχονται στα μάτια της, ήταν σαν φωτογραφίες του μυαλού της, με αγαπημένους ανθρώπους, τοπία, στιγμές, ακόμη και πράγματα που θα έπρεπε να έχει ξεχάσει, κι όμως όλα εμφανίζονταν μπροστά της, την καλούσαν, την φώναζαν, αλλά δεν άκουγε. Τι της έλεγαν, τι ήθελαν να πουν; αναρωτιόταν αν είχαν έρθει τότε για να την κρατήσουν δυνατή, να την βοηθήσουν, ή μήπως απλά για να την χαιρετήσουν. Πάντοτε αποζητούσε τους φίλους της, τις σχέσεις της, την οικογένεια της, τους ανθρώπους της, όπως τους έλεγε. Ήταν δυνατή και εύθραυστη μαζί, ήταν πλέον τρόπος ζωής, όχι επιλογή, όχι απόφαση, απλά συνέβαινε. Και φυσικά ακόμη και έτσι, πολλές φορές αισθανόταν απελπιστικά  και μόνη, γιατί απλά ήταν.
Αναρωτιόταν πάντα, αν θα μπορούσε να κρατηθεί και χωρίς αυτούς, αν και πάντα κατάφερνε να φεύγει όπου ένοιωθε οτι δεν υπάρχει λόγος να μένει άλλο. Τώρα όμως ήταν η ζωή της, έπρεπε να φύγει και από αυτήν; Ακόμη στεκόταν εκεί, και θα παρέμενε αν δυο χέρια δεν την κρατούσαν, δύο χέρια για να την σώσουν, όπως είχε γίνει και τότε. Εικόνες πέρασαν από το μυαλό της, μια εικόνα έμεινε τελικά.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (Ι)

Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως ένιωθε να κινείται με τεράστια ορμή. Κι όμως ήταν εκεί, όντως δεν κινούνταν, μπορεί να μην το ήξερε, αλλά η κατάσταση της ήταν κρίσιμη, ή μήπως να το ξερε;

Κρίσιμη με κάθε τρόπο, σωματικά, ψυχικά,νοητικά. Είχε να κοιμηθεί γύρω στις τρεις μέρες, δεν ένοιωθε πια την ανάγκη, δεν νύσταζε, εξάλλου δεν μπορούσε πια να κατηγορήσει την νύχτα που δεν την ανακούφιζε, έτσι όπως τα είχε κάνει όλα, εκείνη και μόνο έφταιγε, και το ξέρε. 
Ήταν ένα βροχερό βράδυ, ένα κλασσικό βράδυ φθινοπώρου, η βροχή χτύπαγε αμείλικτα τα παράθυρα του σπιτιού. Της άρεσε πάντα το άκουσμα της βροχής, τα μπουμπουνητά, οι κεραυνοί. Καθόταν με τις ώρες μπροστά στα παράθυρα και χάζευε έξω, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, της ήταν τόσο ευχάριστο, έστω αυτό και μόνο. Απόψε δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν ήρεμη, δεν μπορούσε να σταθεί στο παράθυρο, άκουγε την βροχή να μαστιγώνει τα τζάμια, και έπαιρνε φωτιά. Δεν ανεχόταν να κάθεται στο ίδιο σημείο, να μην κάνει κάτι άλλο, ήταν τόσο περίεργη βραδιά για κείνη. Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε. Δεν θα πήγαινε κάπου, είχε ήδη όμως ξεκινήσει. Οδηγούσε βιαστικά στην αρχή, νευρικά και απότομα. Οι δρόμοι τέτοια ώρα ήταν άδειοι, έφταιγε σίγουρα και η νεροποντή και κείνη κινούνταν σχεδόν μόνη, ακόμη και σε εκείνον τον πολυσύχναστο δρόμο. Οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν σαν τρελοί, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για το νερό που έτρεχε στα μάτια της, αυτό ούτε η ίδια μπορούσε να το ελέγξει. Ήταν ένα κλάμα αθόρυβο αλλά δυνατό, χωρίς να το υπολογίσει ή να το τιθασεύσει, απλά το άφηνε να συμβαίνει, τι μπορούσε να κάνει άλλωστε; Αισθανόταν απελπιστικά φοβισμένη και ασταθής, και ήταν ξεκάθαρα και από τα δύο. Άνοιξε το ραδιόφωνο, που άρχισε να φωνάζει σαν τρελό, έναν ήχο γνωστό, αλλά παράλληλα αποκρουστικό και δυσάρεστο, άλλαξε σταθμό ξανά και ξανά. Δεν είδε, δεν πρόσεξε, όπως της συνέβαινε πολλές φορές, την απορρόφησε τόσο η εναλλαγή των σταθμών, των κομματιών, των ήχων, των δακρύων που δεν είδε. Το φανάρι ήταν βαθύ κόκκινο, μετά από λίγα δεύτερα  το ίδιο χρώμα είχαν και τα ρούχα της. Το αυτοκίνητο που την τράκαρε ήταν σίγουρα μεγαλύτερο θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε πλακώσει, αλλά τι σημασία είχε πια;
Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως οι σκέψεις κατάφεραν να την κατακλύσουν, λες και το αυτοκίνητο είχε πατήσει το κουμπί του μυαλό της και του επέτρεψε να απελευθερώσει όσα έκρυβε. Είδε στιγμές, χαμόγελα, αγκαλιές, χορό, τους γονείς της να της γνέφουν από μακριά, και μετά πρόσωπα που έτρεχαν σαν σε παρουσίαση φωτογραφιών στο γρήγορο πρόγραμμα. Πέρασαν όλοι από μπροστά της, και έμοιαζαν να την αγαπούν τόσο, και πάλι σκέφτηκε, τι σημασία είχε πια; οτι είχε γίνει, το αυτοκίνητο, το κόκκινο χρώμα στα ρούχα, αυτό είχε σημασία. Δεν την ένοιαζε αυτό που θα ερχόταν, ένοιωθε όμως ανακούφιση, σαν να έφευγε ένα βάρος. Σκεφτόταν πάντα ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να το κάνει, να το προσπαθήσει έστω, και όμως τα πράγματα ήρθαν τόσο βολικά, και κείνη βρισκόταν εκεί, με αυτά τα κατακόκκινα ρούχα, τις φωτογραφίες του μυαλού της, δεν ένοιωθε πια μόνη. Το ραδιόφωνο ξεκίνησε να δουλεύει ξανά, από τα ηχεία ακουγόταν η φωνή της Έλλης Λαμπέτη, " Παρίσι κι όνειρα, καρδιές κι αισθήματα, όλα είναι χάρτινα, όλα είναι ψεύτικα... ", και εκείνη άφησε ένα δάκρυ τελευταίο να τρέξει, ένα δάκρυ για όλα. Το ραδιόφωνο συνέχισε να παίζει και εκείνη στεκόταν εκεί.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011

Λέξεις κλειδιά

Ψευδαισθήσεις ονειρικές,
αγάπες παιχνίδια,
ανάσες κομμένες,
βάσεις σαθρές,
πεδίο μάχης,

αλήθειες υπολογισμένες,
πραγματικός χρόνος,
νύχτες μόνες,
ψυχές κουρασμένες,
κορμιά δεμένα,

ομολογίες κατασκευασμένες,
ψέματα φιλοσοφημένα,
δίκαιο αδικημένου,
μυαλά αλλαγμένα,
μάτια απαράλλαχτα!