Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το τελευταίο βράδυ (Ι)

Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως ένιωθε να κινείται με τεράστια ορμή. Κι όμως ήταν εκεί, όντως δεν κινούνταν, μπορεί να μην το ήξερε, αλλά η κατάσταση της ήταν κρίσιμη, ή μήπως να το ξερε;

Κρίσιμη με κάθε τρόπο, σωματικά, ψυχικά,νοητικά. Είχε να κοιμηθεί γύρω στις τρεις μέρες, δεν ένοιωθε πια την ανάγκη, δεν νύσταζε, εξάλλου δεν μπορούσε πια να κατηγορήσει την νύχτα που δεν την ανακούφιζε, έτσι όπως τα είχε κάνει όλα, εκείνη και μόνο έφταιγε, και το ξέρε. 
Ήταν ένα βροχερό βράδυ, ένα κλασσικό βράδυ φθινοπώρου, η βροχή χτύπαγε αμείλικτα τα παράθυρα του σπιτιού. Της άρεσε πάντα το άκουσμα της βροχής, τα μπουμπουνητά, οι κεραυνοί. Καθόταν με τις ώρες μπροστά στα παράθυρα και χάζευε έξω, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, της ήταν τόσο ευχάριστο, έστω αυτό και μόνο. Απόψε δεν ήταν το ίδιο, δεν ήταν ήρεμη, δεν μπορούσε να σταθεί στο παράθυρο, άκουγε την βροχή να μαστιγώνει τα τζάμια, και έπαιρνε φωτιά. Δεν ανεχόταν να κάθεται στο ίδιο σημείο, να μην κάνει κάτι άλλο, ήταν τόσο περίεργη βραδιά για κείνη. Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε. Δεν θα πήγαινε κάπου, είχε ήδη όμως ξεκινήσει. Οδηγούσε βιαστικά στην αρχή, νευρικά και απότομα. Οι δρόμοι τέτοια ώρα ήταν άδειοι, έφταιγε σίγουρα και η νεροποντή και κείνη κινούνταν σχεδόν μόνη, ακόμη και σε εκείνον τον πολυσύχναστο δρόμο. Οι υαλοκαθαριστήρες δούλευαν σαν τρελοί, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για το νερό που έτρεχε στα μάτια της, αυτό ούτε η ίδια μπορούσε να το ελέγξει. Ήταν ένα κλάμα αθόρυβο αλλά δυνατό, χωρίς να το υπολογίσει ή να το τιθασεύσει, απλά το άφηνε να συμβαίνει, τι μπορούσε να κάνει άλλωστε; Αισθανόταν απελπιστικά φοβισμένη και ασταθής, και ήταν ξεκάθαρα και από τα δύο. Άνοιξε το ραδιόφωνο, που άρχισε να φωνάζει σαν τρελό, έναν ήχο γνωστό, αλλά παράλληλα αποκρουστικό και δυσάρεστο, άλλαξε σταθμό ξανά και ξανά. Δεν είδε, δεν πρόσεξε, όπως της συνέβαινε πολλές φορές, την απορρόφησε τόσο η εναλλαγή των σταθμών, των κομματιών, των ήχων, των δακρύων που δεν είδε. Το φανάρι ήταν βαθύ κόκκινο, μετά από λίγα δεύτερα  το ίδιο χρώμα είχαν και τα ρούχα της. Το αυτοκίνητο που την τράκαρε ήταν σίγουρα μεγαλύτερο θα έπαιρνε όρκο ότι την είχε πλακώσει, αλλά τι σημασία είχε πια;
Στεκόταν εκεί, αμίλητη, ασάλευτη και όμως οι σκέψεις κατάφεραν να την κατακλύσουν, λες και το αυτοκίνητο είχε πατήσει το κουμπί του μυαλό της και του επέτρεψε να απελευθερώσει όσα έκρυβε. Είδε στιγμές, χαμόγελα, αγκαλιές, χορό, τους γονείς της να της γνέφουν από μακριά, και μετά πρόσωπα που έτρεχαν σαν σε παρουσίαση φωτογραφιών στο γρήγορο πρόγραμμα. Πέρασαν όλοι από μπροστά της, και έμοιαζαν να την αγαπούν τόσο, και πάλι σκέφτηκε, τι σημασία είχε πια; οτι είχε γίνει, το αυτοκίνητο, το κόκκινο χρώμα στα ρούχα, αυτό είχε σημασία. Δεν την ένοιαζε αυτό που θα ερχόταν, ένοιωθε όμως ανακούφιση, σαν να έφευγε ένα βάρος. Σκεφτόταν πάντα ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να το κάνει, να το προσπαθήσει έστω, και όμως τα πράγματα ήρθαν τόσο βολικά, και κείνη βρισκόταν εκεί, με αυτά τα κατακόκκινα ρούχα, τις φωτογραφίες του μυαλού της, δεν ένοιωθε πια μόνη. Το ραδιόφωνο ξεκίνησε να δουλεύει ξανά, από τα ηχεία ακουγόταν η φωνή της Έλλης Λαμπέτη, " Παρίσι κι όνειρα, καρδιές κι αισθήματα, όλα είναι χάρτινα, όλα είναι ψεύτικα... ", και εκείνη άφησε ένα δάκρυ τελευταίο να τρέξει, ένα δάκρυ για όλα. Το ραδιόφωνο συνέχισε να παίζει και εκείνη στεκόταν εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου