Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Όνειρο φθινοπωρινής νυκτός

Κοίταζα έξω από το παράθυρο, πιο επίμονα από ποτέ, σαν να μην είχα ξαναδεί τον κήπο, τα φυτά, τον αέρα να τα ταλαιπωρεί, με το ασταμάτητο κούνημα που τους προκαλούσε! Στεκόμουν όρθια ώρα πολύ, αν με έβλεπε κάποιος θα διέκρινε την ηρεμία.Ήταν κάτι που απλόχερα χάριζα σε όσους με ρωτούσαν αν όλα είναι όλα καλά. Και γιατί να πω ψέματα, δεν έχω λόγο, αλλά τελικά χωρίς καμία τύψη ή δισταγμό ψεύδομαι ασυνείδητα.

-"Καλά είμαι, χαζεύω τον κήπο, δες τα φυτά πως κινούνται, δες δες εκεί κάτω... ", μια φλυαρία ανεξήγητη, σαν κάποιος τόση ώρα να μου κράταγε την φωνή. Άμυνα είναι, φωνάζει η συνείδηση, και εγώ μόνο και μόνο, στο άκουσμα της δυνατής φωνής της, αντιδρώ. Πως γίνεται να τα ξέρει όλα, πως γίνεται; Βυθισμένη στις σκέψεις, ο επισκέπτης φεύγει, και αφήνομαι πάλι σε σένα. Ίσως η παρατήρηση να είναι ένας καλός τρόπος, να κάνω και κάτι διαφορετικό. Κοίτα , δες δες, τι ωραία φυτά που έχει βάλει ο γείτονας στην βεράντα, όμορφη η όψη φωτός από το απέναντι σπίτι μέσα στη νύχτα. Και σ'ακούω.
-"Τι έχεις; Γιατί δεν μου απαντάς πια; Με βαρέθηκες ή μήπως με συνήθισες; Είμαι εδώ, και το ξέρεις!"
-"Φύγε!!", φωνάζω τόσο δυνατά μέσα μου," δεν είναι που δεν σε θέλω, που δεν σε χρειάζομαι, κάθε άλλο, αλλά και πάλι δεν είσαι εδώ!" και μετά σαν να μην έχω άλλη δύναμη, σωπαίνω.

Εσύ εμφανίζεσαι, παίρνεις σάρκα και οστά μπροστά μου, και κοιτά σαν να μην έχει γίνει τίποτα, σαν να ήταν εκείνο το πρώτο βράδυ, και μου χαμογελάς. Το βλέπω, σε βλέπω, είναι ακριβώς όπως τότε, ξαφνικά εμφανίζεσαι. Και όπως ήρθες, έφερες και σε μένα την γιορτή, αφού μόνο μια ματιά σου, με κάνει και αναπνέω πιο λαίμαργα. Χαμογελάω.

Και ακριβώς μόλις αρχίζεις να νοιώθεις οτι είμαι καλύτερα, πιο ζωντανή, αρχίζεις να χάνεσαι. Και εκεί, σε μια στιγμή, άλλαξες την γνώμη μου, δεν θέλω να φύγεις, και η φωνή δεν βρίσκει διέξοδο, δεν μπορώ να στο πω, απλώνω τα χέρια, προσπαθώ να σε κρατήσω, αλλά ξεγλιστράς, το σκας. Και μένω εκεί, στο παράθυρο, στην θέα του κήπου, στην θύμηση σου.

Πετάγομαι, ανοίγω τα μάτια μου, κοιτάζω γύρω. Είμαι ξαπλωμένη, το δωμάτιο σκοτεινό, με μια σιωπή που έχει απλώσει το δίχτυ της εδώ και ώρες. Τρομαγμένη και μπερδεμένη, αποκοιμιέμαι ξανά. Το ξέρω, θα 'ρθεις!

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

With you, even without you...



Ακούγοντας ένα μαγικό, απόλυτα ονειρικό τραγούδι, αποφάσισα να μοιραστώ μια σκέψη!
Νομίζω πως σε όλους έχει συμβεί, να νοιώθουν μαζί με κάποιον, και ας μην είναι. Κάποτε κάποιος μου είπε αναφερόμενος σε μια φίλη, την νοιώθω μέσα στο δωμάτιο, ακόμη και αν βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά. Και σε ποιον δεν έχει συμβεί, να είναι τέτοια η ανάγκη για την παρουσία κάποιου, που το μυαλό να τον νοιώθει ακριβώς δίπλα.
Και είναι στη φύση μας νομίζω, να ονειροπολούμε και να νοιώθουμε κάποιον κοντά, ακριβώς επειδή τον χρειαζόμαστε σε μεγάλο βαθμό. Ονειρεύεσαι, ενώ δεν κοιμάσαι, και όταν βγαίνεις από το όνειρο, έτσι ξαφνικά, έχω την αίσθηση πως νιώθεις πιο μόνος από ποτέ, σαν να σε ξεγύμνωσαν μέσα στην παγωνιά και καταφύγιο δεν μοιάζει να υπάρχει κάπου κοντά. Και αυτές τις γιορτινές μέρες, οι άνθρωποι που αγαπάμε, θέλουμε να είναι πιο κοντά από κάθε άλλη στιγμή του χρόνου, να μας σφίξουν το χέρι, να μας κάνουν μια αγκαλιά, και να δούμε τον ήλιο να χαμογελάει...
Αυτές τις γιορτινές μέρες, εύχομαι όλοι να έχετε κοντά όσους πραγματικά αγαπάτε και χρειάζεστε στην ζωή σας. Άλλωστε όταν είσαι ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα, η ψυχή μοιάζει τόσο ελαφριά, που θα μπορούσε κανείς να πει, οτι μπορεί και να καταφέρει να πετάξει!
Καλά Χριστούγεννα, εύχομαι το νέο έτος να είναι τόσο δημιουργικό, όσο και ευτυχισμένο για όλους μας!

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

"Τo χρώμα του φεγγαριού"- Αλκυόνη Παπαδάκη ( απόσπασμα από το βιβλίο)

Τα χρώματα

-- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρωτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά.Δεν άκουσες;Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;

-- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.

-- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;

-- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.

-- Τί χρώμα έχει η χαρά;

-- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.

-- Και η μοναξιά;

-- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.

-- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.

-- Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.

-- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;

-- ...Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.

-- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;

-- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.

-- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι... Κοίταξε μακριά στο κενό... Και δάκρυσε ...

Ζω...

-- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

-- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!

Συγχωρώ!

-- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!

Ελπίζω!

-- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουν κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

-- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα... Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;

Ποιός έιναι ο δυνατός;

-- Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.

-- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.

Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

-- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!... «Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σερνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγαλματα μόνο δε λυγάνε».

Ονειρεύονται... και ελπίζουν...

-- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.

-- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

-- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.

-- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

-- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!

Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται...

-- Σε λίγο θα ξημερώσει... Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται... Ονειρεύονται και ελπίζουν...



Καλά και ευτυχισμένα Χριστούγεννα να έχουμε όλοι... Ο καινούριος χρόνος, ας φέρει σε καθέναν ότι επιθυμεί η καρδιά του...