Σταματημένος χρόνος,
κόλλησαν οι δείκτες του ρολογιού.
Τοίχος γεμάτος σημάδια, φθάρθηκε,
το χρώμα ξεθώριασε, δεν ξεχωρίζει πια.
Η αντίστροφη μέτρηση γυρνάει μονάχα ακατάπαυστα,
εκείνη μπαταρίες δεν έχει για να τελειώσουν
ο χρόνος νόμιζε πως έφτανε αντίθετα στο τέλος.
Σαν ανάσες χωρίς αναπνοή,
σαν σταγόνες δίχως νερό.
Το κουδουνάκι του ανελκυστήρα χτύπησε,
μπρος μια πόρτα ανοίχτηκε
επιλογή να πάει αλλού, δεν είχε.
Η πόρτα που άνοιξε πιο πριν
με θόρυβο έκλεισε πίσω.
Γύρισε κοίταξε,
παντού καθρέφτες και η μορφή της.
Επαναλαμβανόταν τόσο,
πίστευε μόνη δεν ήταν.
Οπτασίες εμφανίστηκαν,
καθρέφτη όμως δεν βρήκαν.
Φωνή ακούστηκε
μακρινή, απόκοσμη από κρυμμένα ηχεία.
Διέλυσε με μιας τα πέπλα της σιωπής,
την ξεγύμνωσε.
Ψιθύρισε για λίγο όσα της είχαν μείνει
θέλησε κάποιος να ένιωθε μαζί της.
Την όψη της αντίκρισε
δίχως φτιασίδια
βήματα έκανε προς τα πίσω.
Πόλεμος ξέσπασε με μιας
μες το μικρό δωμάτιο.
Δριμύς και βίαιος
την ξεπερνούσε και την διέλυε ξανά.
Ξάφνου η πόρτα άνοιξε
στον κόσμο να την εκθέσει.
Σαν σκέψη την κεραυνοβόλησε
απ' τον κόσμο, στον πόλεμο να ενδώσει.
Το είδωλο συμφώνησε απ' όλους τους καθρέφτες.
Θέα παντοτινή, ατέλειωτη και ασταμάτητη
εκείνη η αντίστροφη μέτρηση του μηδενισμένου ρολογιού.
Η πόρτα έκλεισε ξανά,
μέσα δεν την φυλάκισε.
Εκεί βρήκε φωλιά
πριν αγκαλιάσει την ετυμηγορία του χρόνου.