Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Xωρίς αναπνευστήρα



Θάλασσα ξεραμένη άφηνε τον βυθό της,
κάπου λίγο έξω από το μπαλκόνι μου.

Νερό κανείς εκεί δεν ζήτησε να δει
αφού από ώρα έψαχνε για κοχύλια.

Εγώ μονάχα ζήτησα μια δροσερή αναπνοή
σε κείνη την φωτιά που έκανε κάθετι να καεί.

Ανάσα να μπορέσω να αναπνεύσω από την αρχή,
ήταν σκοτάδι πια πυκνό, ίσως να ξέχασε και να το δει.

Ανάσα είχα και αυτή την έχασα,
θάλασσα βρήκα και κείνη ξεράθηκε.


Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Χθεσινός άνθρωπος του αύριο



Χάρτινα κάγκελα υψώνονται ολόρθα τριγύρω.
Μικρές και ασήμαντες φωνές προσπαθούν να υπερισχύσουν,
ήχοι αβάσταχτοι, παράφωνοι, παραπλανητικοί.

Δρόμο έψαχνε καθάριο, φωτεινό και δροσερό
απόμερα κάπου, από κραυγές να ησυχάσει.

Έτρεχε το σύννεφο στην πίσω άκρη τ' ουρανού,
μακριά διωγμένο και έρημο, έψαχνε άνθρωπο
να βρει, να τον δοξάσει.
Δάκρυα δεν του 'μεναν άλλα,
φωτιά και αστέρια για να διώξει,
μόνο σκοπό του είχε τον ήλιο να καταρρακώσει.

Άνεμος φύσαγε χωρίς χαρά να φέρνει,
άπνοια τώρα μεταμόρφωνε τις πράξεις μιας αξίας.

Θα έχει πάντα μια ελπίδα, ιδεατή
και έζησε την μέρα εκείνη δίχως γιατί.

Νοικιασμένα διαμερίσματα και ξενικά ερείπια,
δεν είναι δικά του, μα αυτός δικά του θα τα πει.
Έτσι, σε μια προσπάθεια τον τόπο του να πλάσει,
θα περιπλανηθεί ξανά, σε μια προσπάθεια του να το σκάσει.

Τον θάνατο δεν τον φοβάται διόλου,
ξεκίνησε να θάβει στάχτες μεθοδικά.
Μόνος μπορεί και να προλάβει
αν τ' ακροδάχτυλα του αγγίξουν το τελευταίο λεωφορείο.
Προορισμός του κάποιες τελευταίες ξεθωριασμένες επιδιώξεις.