Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Ξέρεις



Απορίες θολές
εμφανίστηκαν πεντακάθαρες. 
Νύχτα. 

Και αν το ρωτάς, 
αργά ήταν για όλα 
νωρίς για όλα τα υπόλοιπα. 

πόσοι άραγε στον κόσμο δακρύζουν; 
πόσοι το κάνουν τούτη τη στιγμή;

Χαίρε εσύ που τέτοια βράδια 
δεν έπραξες ό,τι διαπέρασε το μυαλό.
Χαίρε να ξέρεις και να ζεις
με την επιλογή. 
Χαίρε να δυστυχείς το πρωινό,
θα ρθει. 

Ξέροντας θα δυστυχείς
στις περιστάσεις στάθηκες μικρός,
θαμπός και λίγος. Ήσουν.

Ξέρεις,
αν τίποτα δεν ήταν, τότε τα πάντα δεν θα 'ταν. 

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Εναπομένων χρόνος λιγοστός


Χωρίς να ξεχωρίζει, γεννήθηκε.
Αγαπημένη και αναμενόμενη από ανθρώπους πολλούς.
Μια ζωή θέλησε να ξεκινήσει και να την αναθρέψει.
Μικρή σαν στάλα έπεσε τότε
τάραξε τον ωκεανό ακόμη και όσων δεν την περιμέναν.

Όνειρα, αγκαλιές, τραγούδια, ουρλιαχτά, παρέες,
αγάπη, πάνω από όλα αγάπη απέραντη.
Ανάθρεμμα ξέγνοιαστο και επίπονο μαζί.

Κολύμπησε σε νερά απάτητα,
βυθίστηκε κρατώντας σωσίβιο,
κοιμήθηκε με όνειρα εφιαλτικά.
Μακρινά όλα πια, απορρόφησαν την όποια ύπαρξη της.

Κρυστάλλινα ποτήρια, εύθραυστα μα πεντακάθαρα
μοιάζουν οι μνήμες.
Το κρασί της λησμονιάς δεν πρόκειται να αγγίξει.

Αυτό που ζήτησε, ακόμη δεν το βρήκε.
Αλυσιτελείς προσπάθειες με προδιαγεγραμμένο τέλος.
Ζει ζωή μισή, προσπαθεί δική της να την κάνει,
με άλλους να την ζήσει.
Λιγοστός χρόνος αναμονής απομένει.

Μια απορία κυριεύει τα πάντα προτού να ξεκινήσει.

" Σ'αρέσει η ζωή σου έτσι όπως είναι; "  

.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Αναπάντητα ερωτηματικά


Φτηνό αλκοόλ, βαριά τσιγάρα,
ζητούσαν την έκσταση.
Άλλα τσιγάρα, ονειρεύονταν άλλη ζωή, 
στην έκσταση.

Ξανά και ξανά φαντασιώθηκαν,  
να πράξουν δεν μπορούσαν 

Ψυχές βουλιαγμένες στην βροχή
άνθρωποι ψεύτικοι.

Ήθελαν  να 'ταν, 
δεν ήταν.
Ήπιαν να γίνουν,
και έγιναν.

Μακριά τραβήχτηκαν από όσα τους κρατάγαν,
όμως δίπλα στέκονταν, ποτέ πιο κοντά. 

Πολέμησαν με νέα όπλα
τέτοια αγάπη στην αλήθεια μόνο πόνο φέρνει. 
Εναντίωση δίχως λογική,
στόχους χωρίς σκοπούς.

Πότε αφήσαμε αυτούς για μας να ζούνε;
Πως τώρα θα αποξενωθούμε απ'αυτό; 
Ποιος δέχτηκε αυτή τη μέρα να ρθει; 

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Πραγματικότητα εκτός ονείρου


Έτρεξε στου ονείρου την σκιά
για να κρυφτεί.
Τελευταία νόμιζε πως ήταν τόσο μικρή
και ο κόσμος κολοσσιαίος
έτοιμος να την εγκλωβίσει,
να την καταπιεί με μιας.

Μόνο στο όνειρο ζούσε πραγματικά.
Πόσο οξύμωρο.

Γιατί η νοοτροπία και το δομημένο,
δύσκολα σπάνε.
Γιατί το λάθος γίνεται και κατακτιέται,
ευκολότερα από το σωστό.
Γιατί για να αλλάξεις αυτό που κάνεις,
πρέπει να σκεφτείς,
και υπήρχαν ωραιότερα μονοπάτια να περπατήσεις από την αυτοκριτική.
Και συ τα επιλέγεις.

Άλλωστε, δεν υπάρχει χρόνος γι' αυτήν,
αφού αφέθηκες στις " πολλές συνάφειες"
και χάθηκες.

Κουρασμένη από τη μάχη απέναντι στο παράλογο
θα προτιμήσει την παράνοια του υποσυνείδητου.
Μοιάζει περισσότερο ειλικρινές.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Λεπτά μηνών



Φιλοδοξίες δακρυσμένες
στέκουν στην γωνία,
τιμωρημένες.

Κάθε ελπίδα, στήριγμα,
την έχασαν και μείναν
δίχως να χουν τίποτε
ψηλά για να σηκώσουν
στην γωνία των ψυχικών τειχών.

Ψευδαίσθηση ξεψύχησε προχθές
μπρος στην αλήθεια.
Τραυματιοφορείς να βοηθήσουν,
δεν προλάβαν ούτε τα παραμύθια.

Μεγάλωσε βλέπεις νωρίς,
μεσ' ένα απόγευμα, κάποιας Κυριακής.
Ιστορίες δεν ζητά,
μέσα τους να ενδώσει.

Πίστεψε μόνο στο όνειρο,
ακόμη περιμένει.
Το άδικο άλλο δεν μπορεί
και όλο αργοπεθαίνει.

Μ' ένα χαμόγελο πλατύ
μη ρωτώντας το γιατί,
θα ξύπναγε ξανά,
και ας μην ήρθε το πρωί.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Το σήμερα



Κάτι βραδιές σαν την αποψινή,
συλλογιέμαι και ελπίζω.
Μοιάζουν τα αστέρια να περιμένουν,
να δέχονται όσα λέω.
Ένας τέτοιος ουρανός,
ίσως να κρύβει και ένα Θεό.

Πάρε απόψε την ψυχή μου,
δεν μπορεί,
μια τέτοια νύχτα,
όλα μπορούν να συμβούν.

Δέξου την υπόσταση μου,
που ψιθυρίζει την αλήθεια της.
Κράτα την και κάντην δική σου.
Απόψε, άκου με!

Δεν μπορεί κάτι τόσο δυνατό,
να ναι και λάθος.
Δεν γίνεται όσα υπάρχουν,
να ναι ένα ψέμα.

Κάνε τα αλήθεια,
κάνε τα ζωή. 
Φωνάζω, πασχίζω, μα μια σιγαλιά.

Ταυτόσημες κοινοτυπίες
επαναλαμβανόμενα διατυπωμένες. 
Ό,τι είδα, ό,τι γράφω, για ό,τι σιωπώ.

Την σκέψη μου απασχολεί,
περισσότερο από όλα,
τα μάτια μου δουλεύουν. 
Συστηματικά και ασταμάτητα. 

Σκόρπια λόγια μπαίνουν βιαστικά σε στοίχιση.
Τελευταίος λόγος για απόψε, για το σήμερα.

Ρητώς απαγορεύεται η ρήψη καυτών δακρύων 
σε κάθε είδους προσπάθεια ψυχικής απεικόνισης!

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Αύριο;



Όχι σήμερα.
Σήμερα θέλω να ζήσω,
να αναπνεύσω, να φωνάξω, να σωθώ.

Σήμερα.
Όχι σήμερα χωρίς να έχω ελπίδα,
δεν θα βγω, δεν θα αντέξω, δεν θα σμίξω.

Αύριο ίσως.
Η μέρα τότε να είναι διαφορετική,
φωτισμένη, ξέγνοιαστη, ζωντανή.

Εχθές.
Είχα στόχο,
κουράστηκα, διεκδίκησα, πάλεψα.

Μια μέρα πέρασε και έμοιαζε σαν να 'ταν εχθές.
Σήμερα ή όχι, όλα εξαρτώνται και τίποτα μαζί.
Αύριο, σίγουρα ξημερώνει και ελπίζω να χω σωθεί.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Τα πέπλα



Σταματημένος χρόνος,
κόλλησαν οι δείκτες του ρολογιού.
Τοίχος γεμάτος σημάδια, φθάρθηκε, 
το χρώμα ξεθώριασε, δεν ξεχωρίζει πια.

Η αντίστροφη μέτρηση γυρνάει μονάχα ακατάπαυστα,
εκείνη μπαταρίες δεν έχει για να τελειώσουν
ο χρόνος νόμιζε πως έφτανε αντίθετα στο τέλος.

Σαν ανάσες χωρίς αναπνοή,
σαν σταγόνες δίχως νερό.

Το κουδουνάκι του ανελκυστήρα χτύπησε,
μπρος μια πόρτα ανοίχτηκε
επιλογή να πάει αλλού, δεν είχε.
Η πόρτα που άνοιξε πιο πριν
με θόρυβο έκλεισε πίσω.
Γύρισε κοίταξε, 
παντού καθρέφτες και η μορφή της.

Επαναλαμβανόταν τόσο, 
πίστευε μόνη δεν ήταν.
Οπτασίες εμφανίστηκαν, 
καθρέφτη όμως δεν βρήκαν.

Φωνή ακούστηκε
μακρινή, απόκοσμη από κρυμμένα ηχεία.
Διέλυσε με μιας τα πέπλα της σιωπής,
την ξεγύμνωσε.
Ψιθύρισε για λίγο όσα της είχαν μείνει
θέλησε κάποιος να ένιωθε μαζί της.

Την όψη της αντίκρισε
δίχως φτιασίδια 
βήματα έκανε προς τα πίσω.

Πόλεμος ξέσπασε με μιας 
μες το μικρό δωμάτιο.
Δριμύς και βίαιος
την ξεπερνούσε και την διέλυε ξανά.

Ξάφνου η πόρτα άνοιξε
στον κόσμο να την εκθέσει.
Σαν σκέψη την κεραυνοβόλησε
απ' τον κόσμο, στον πόλεμο να ενδώσει.

Το είδωλο συμφώνησε απ' όλους τους καθρέφτες.
Θέα παντοτινή, ατέλειωτη και ασταμάτητη
εκείνη η αντίστροφη μέτρηση του μηδενισμένου ρολογιού.

Η πόρτα έκλεισε ξανά, 
μέσα δεν την φυλάκισε. 
Εκεί βρήκε φωλιά
πριν αγκαλιάσει την ετυμηγορία του χρόνου. 

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Κοντά στο παράθυρο



Ηλικιωμένη κυρία καθόταν μπροστά στο παράθυρο. Καθόταν στην βαριά, ξύλινη, κουνιστή καρέκλα της κοιτάζοντας έξω στο δρόμο. Δρομάκι μικρό, αλλά χαριτωμένο και δικό της για χρόνια. Χρόνια πολλά έζησε σε κείνο το σπίτι, σε κείνο το δρόμο, μπροστά στην τζαμαρία, καθισμένη στην αγαπημένη της καρέκλα. Στο σπίτι απλωνόταν μια γλυκιά σιωπή, και κείνη την απολάμβανε με όλο της το είναι.

Κοριτσάκι είχε πρωτομπεί  σ’ αυτό το σπίτι. Το είδε μια φορά, το επέλεξε για όλη της την ζωή, χωρίς βέβαια ούτε καν να το υποψιάζεται τότε. Πολλά δεν σκεφτόταν εκείνη την περίοδο, μικρή ήταν, ανώριμη ήταν, ήταν η ηλικία της τελοσπάντων. Φυσικά, ούτε αυτό το ήξερε. Ήταν σκληρή με τον εαυτό της, ακόμη το έχει αυτό. Απαιτούσε την απόλυτη πειθαρχία, πρώτα από την ίδια, αν και κατά βάθος ίσως να την απαιτούσε από όλους γύρω της, χωρίς καμία επιτυχία βέβαια. Θέλεις επειδή έτσι γαλουχήθηκε, θέλεις επειδή το ‘χε μέσα της, όπως συνήθιζε τώρα να λέει, ούτε η ίδια δεν κατάλαβε ποτέ. Είχε μπει, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το σπίτι σκεπτόμενη πως ήταν κάποια λύση για αρχή, μετά εκείνη ονειρευόταν κάτι ίσως πιο μεγάλο, πιο ιδιαίτερο και σίγουρα πιο φωτεινό. Λάτρευε το φως, και ακόμη και σ’ αυτήν την προχωρημένη ηλικία που όλοι προτιμούν το σκοτάδι, εκείνη λαχταρούσε να βρίσκεται όσο πιο κοντά στα παράθυρα. Ήταν χειμώνας, για την ακρίβεια ένας από τους πιο δύσκολους και παγωμένους που είχε ποτέ ζήσει, οπότε οι βόλτες εκτός σπιτιού ήταν ιδιαιτέρως σπάνιες. Δεν την ενοχλούσε, είχε συνηθίσει, όπως τα περισσότερα πράγματα, φύλλα να πέφτουν, παιδιά να φωνάζουν και να τρέχουν στο δρόμο, ανθρώπους να φεύγουν, το τηλέφωνο να χτυπάει σπάνια, να ξεχνάει τι έπρεπε να πει ή να κάνει. Ειδικά το τελευταίο ήταν μια κάποια λύση, για όλα τα παραπάνω. Καθόταν εκεί στην καρέκλα της από ξύλο που αγαπούσε να κουνάει και να μένει καθισμένη για ώρες. Ήταν από τις καλύτερες αγορές της ζωής της και από τις πρώτες γι’ αυτό το σπίτι. Παρά το γεγονός πως ήθελε πάντα να το αφήσει και να φύγει, έμενε πάντα εκεί. Στην αρχή ήθελε να αποκτήσει κι άλλα χρήματα, να αγοράσει κάτι πολύ καλύτερο, μετά είχε ήδη αρχίσει να εξοπλίζει αυτό όπως ήθελε, μετά κουράστηκε. Οπότε τώρα, είχε μείνει με ένα σπίτι που στην αρχή δεν ήθελε, αλλά έμαθε και συνήθισε τελικά. Άλλες ώρες σκεφτόταν ότι μάλλον δεν ήθελε κάτι καλύτερο, αν το ήθελε θα το χε αποκτήσει, όπως όσα πόθησε πολύ. Ή σχεδόν όλα. Τι την είχε πιάσει και τα σκεφτόταν όμως όλα αυτά; Τι νόημα είχαν πια όλα αυτά;

Ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη, κουρασμένη και καθιστή στην καρέκλα της. Αυτό μετρούσε και έπρεπε να την νοιάζει πια. Τα παλιά ήταν παλιά, και οι αναμνήσεις γράφονται μόνο μια φορά, όταν συμβαίνουν.