Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Κοντά στο παράθυρο



Ηλικιωμένη κυρία καθόταν μπροστά στο παράθυρο. Καθόταν στην βαριά, ξύλινη, κουνιστή καρέκλα της κοιτάζοντας έξω στο δρόμο. Δρομάκι μικρό, αλλά χαριτωμένο και δικό της για χρόνια. Χρόνια πολλά έζησε σε κείνο το σπίτι, σε κείνο το δρόμο, μπροστά στην τζαμαρία, καθισμένη στην αγαπημένη της καρέκλα. Στο σπίτι απλωνόταν μια γλυκιά σιωπή, και κείνη την απολάμβανε με όλο της το είναι.

Κοριτσάκι είχε πρωτομπεί  σ’ αυτό το σπίτι. Το είδε μια φορά, το επέλεξε για όλη της την ζωή, χωρίς βέβαια ούτε καν να το υποψιάζεται τότε. Πολλά δεν σκεφτόταν εκείνη την περίοδο, μικρή ήταν, ανώριμη ήταν, ήταν η ηλικία της τελοσπάντων. Φυσικά, ούτε αυτό το ήξερε. Ήταν σκληρή με τον εαυτό της, ακόμη το έχει αυτό. Απαιτούσε την απόλυτη πειθαρχία, πρώτα από την ίδια, αν και κατά βάθος ίσως να την απαιτούσε από όλους γύρω της, χωρίς καμία επιτυχία βέβαια. Θέλεις επειδή έτσι γαλουχήθηκε, θέλεις επειδή το ‘χε μέσα της, όπως συνήθιζε τώρα να λέει, ούτε η ίδια δεν κατάλαβε ποτέ. Είχε μπει, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το σπίτι σκεπτόμενη πως ήταν κάποια λύση για αρχή, μετά εκείνη ονειρευόταν κάτι ίσως πιο μεγάλο, πιο ιδιαίτερο και σίγουρα πιο φωτεινό. Λάτρευε το φως, και ακόμη και σ’ αυτήν την προχωρημένη ηλικία που όλοι προτιμούν το σκοτάδι, εκείνη λαχταρούσε να βρίσκεται όσο πιο κοντά στα παράθυρα. Ήταν χειμώνας, για την ακρίβεια ένας από τους πιο δύσκολους και παγωμένους που είχε ποτέ ζήσει, οπότε οι βόλτες εκτός σπιτιού ήταν ιδιαιτέρως σπάνιες. Δεν την ενοχλούσε, είχε συνηθίσει, όπως τα περισσότερα πράγματα, φύλλα να πέφτουν, παιδιά να φωνάζουν και να τρέχουν στο δρόμο, ανθρώπους να φεύγουν, το τηλέφωνο να χτυπάει σπάνια, να ξεχνάει τι έπρεπε να πει ή να κάνει. Ειδικά το τελευταίο ήταν μια κάποια λύση, για όλα τα παραπάνω. Καθόταν εκεί στην καρέκλα της από ξύλο που αγαπούσε να κουνάει και να μένει καθισμένη για ώρες. Ήταν από τις καλύτερες αγορές της ζωής της και από τις πρώτες γι’ αυτό το σπίτι. Παρά το γεγονός πως ήθελε πάντα να το αφήσει και να φύγει, έμενε πάντα εκεί. Στην αρχή ήθελε να αποκτήσει κι άλλα χρήματα, να αγοράσει κάτι πολύ καλύτερο, μετά είχε ήδη αρχίσει να εξοπλίζει αυτό όπως ήθελε, μετά κουράστηκε. Οπότε τώρα, είχε μείνει με ένα σπίτι που στην αρχή δεν ήθελε, αλλά έμαθε και συνήθισε τελικά. Άλλες ώρες σκεφτόταν ότι μάλλον δεν ήθελε κάτι καλύτερο, αν το ήθελε θα το χε αποκτήσει, όπως όσα πόθησε πολύ. Ή σχεδόν όλα. Τι την είχε πιάσει και τα σκεφτόταν όμως όλα αυτά; Τι νόημα είχαν πια όλα αυτά;

Ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη, κουρασμένη και καθιστή στην καρέκλα της. Αυτό μετρούσε και έπρεπε να την νοιάζει πια. Τα παλιά ήταν παλιά, και οι αναμνήσεις γράφονται μόνο μια φορά, όταν συμβαίνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου