Έπρεπε κάπως να ξεφύγει, να πάψει να σκέφτεται, να πάψει να νοιώθει, ένοιωθε πάντα πολύ, αισθανόταν δυνατά, έντονα, τώρα δεν έπρεπε, έπρεπε να σταματήσει να νοιώθει αυτήν την απόγνωση, αυτή τη θλίψη. Πώς ήταν δυνατόν να ξεφύγει, έσπαγε το μυαλό, την ψυχή της και όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να νοιώθει, να πονάει.
Τα είχε καταφέρει, είχε πει όσα σκεφτόταν, για την ακρίβεια, τα φώναξε, τα ξεδίπλωσε με έντονες κινήσεις, όπως ξεδιπλώνεις ένα γράμμα που περιμένεις με αγωνία. Το περίμενε, το ήθελε με πολύ αγωνία, έτσι και τώρα, τα παρέδωσε όλα. Εκείνη η κλειστή ψυχή, εκείνη η φοβισμένη και πονεμένη κοπέλα τα είχε ξεκαθαρίσει όλα, όπως ακριβώς το λέει η λέξη, τα έκανε όλα διάφανα, πεντακάθαρα. Όταν του τα είχε ξεστομίσει, πριν προλάβει να αιφνιδιάσει εκείνον, τα χε καταφέρει με τον εαυτό της. Στο άκουσμα των όσων πίστευε, ένοιωθε, φοβόταν και ήλπιζε, ήταν εκείνη που είχε πανικοβληθεί και ταραχθεί πρώτη, αλλά σίγουρα υπήρχε χρόνος και για κείνον. Και ο χρόνος, όπως πάντα ήρθε, αμείλικτος, αποφασιστικός και τελεσίδικος. Δεν υπήρχε γυρισμός πια, για τίποτα και για κανένα, δεν μπορούσε και δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Εκείνος θα ψέλλιζε κάτι ακαταλαβίστικο, προφανώς για την κάνει να νιώσει καλά, να κρύψει την αμηχανία του, ούτε εκείνος δεν ήξερε τι έλεγε, πόσο μάλλον εκείνη. Παρά τις συνθήκες, παρά το γεγονός οτι διαλυόταν ψυχικά χωρίς να το ξέρει, αποφάσισε να πει κάτι τελευταίο, κάτι που δεν θα άντεχε αν δεν ακουγόταν, έστω ως επίλογος, σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να μείνουν τα θαμπά δικά του λόγια να κλείσουν εκείνη την ημέρα, εκείνη την εξομολόγηση, εκείνη την σχέση. Στην προσπάθεια της να αρθρώσει, δεν τα κατάφερε, ίσως δεν προσπάθησε πολύ, ίσως δεν το θέλησε τόσο, όσο να τον φιλήσει, κλείνοντας έτσι την οδό για μια σειρά από λάθη που εκείνος θα έκανε, μιλώντας. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού του, εκείνα που της είχε κάνει δώρο στην επέτειο τους με το μπρελόκ καρδιά, και έφυγε αθόρυβα, χωρίς να πει τίποτα άλλο ή έστω να τον κοιτάξει, δεν θα άντεχε. Το μόνο που πήρε μαζί της ήταν η γεύση από το χείλια του και το άγγιγμα που εκείνα είχαν χαρίσει στα δικά της, της ανήκε άλλωστε.
Οι επόμενες μέρες θα έρχονταν και αυτές, εκείνη θα δούλευε πολύ, στην εταιρεία αλλά κυρίως τον εαυτό της, θα γύριζε αργά το βράδυ, θα έπινε καφέ και μετά θα συνέχιζε με κάποιο ποτό, όχι για να μην θυμάται, αυτό δεν επρόκειτο να γίνει και το ξερε καλά, αλλά για να ελαφρύνει λίγο τα βαριά συναισθήματα. Το βροχερό εκείνο βράδυ θα έβρισκε γυρίζοντας μια σκιά στις σκάλες της, θα την προσπερνούσε, ήταν αποκύημα της πλούσιας φαντασίας της και μιας τεράστιας μάταιης ελπίδας οτι κάτι θα είχε αλλάξει, οτι ένας τρόπος θα βρισκόταν. Σε λίγο θα έπαιρνε το αυτοκίνητο της και πάλι για να βγει. Η σκιά ήταν και πάλι εκεί, την προσπέρασε και πάλι αυτήν την φορά, δεν άντεξε όμως να μην γυρίσει να την κοιτάξει, στην όψη που είχε ένοιωσε για λίγο ζεστασιά και ηρεμία, για λίγο.
Τα χέρια που την κρατούσαν, δεν ήταν τα δικά του, όσο και να τον ευχόταν, δεν τα αναγνώρισε όταν τα κοίταξε, ήταν άλλα χέρια, άγνωστα, δεν τα ήθελε, δεν τα χρειαζόταν. Την μετέφεραν γρήγορα, μάλλον θα είχαν τρομάξει από τα κατακόκκινα ρούχα της, και από τα δυο ορθάνοιχτα κλαμένα καστανά της μάτια, που άρχισαν πάλι να τρέχουν σαν μεγάλα ποτάμια, δεν τα συγκράτησε, τι νόημα θα είχε; η εικόνα του την έκανε πια, μόνο να κλαίει, και έτσι ξαφνικά εκεί που την χάζευε μέσα από τις μεγάλες οθόνες του μυαλού της, έχασε μια ανάσα. Στην αρχή δεν το κατάλαβε, αλλά άρχισε να της συμβαίνει, έμεινε κάποιες ανάσες πίσω. Δεν ένιωσε πόνο, αγωνία, θυμό ή στεναχώρια, ένιωσε να βυθίζεται σε μια βαθιά θάλασσα, σκοτεινή αλλά παράλληλα τόσο γαλήνια. Ένιωσε ασφάλεια και σιγουριά, έχανε κι άλλες ανάσες ενώ κατευθυνόταν ολοένα και πιο κοντά στον βυθό, που έμοιαζε απέραντος αλλά τόσο γνώριμος. Η φωτογραφία του μυαλού της πήρε ζωή και την έπιασε από το χέρι. Πιο ευτυχισμένη και ήρεμη από ποτέ, αφέθηκε να την ταξιδέψει. Τι άλλο έμενε να κάνει πια;
Τα είχε καταφέρει, είχε πει όσα σκεφτόταν, για την ακρίβεια, τα φώναξε, τα ξεδίπλωσε με έντονες κινήσεις, όπως ξεδιπλώνεις ένα γράμμα που περιμένεις με αγωνία. Το περίμενε, το ήθελε με πολύ αγωνία, έτσι και τώρα, τα παρέδωσε όλα. Εκείνη η κλειστή ψυχή, εκείνη η φοβισμένη και πονεμένη κοπέλα τα είχε ξεκαθαρίσει όλα, όπως ακριβώς το λέει η λέξη, τα έκανε όλα διάφανα, πεντακάθαρα. Όταν του τα είχε ξεστομίσει, πριν προλάβει να αιφνιδιάσει εκείνον, τα χε καταφέρει με τον εαυτό της. Στο άκουσμα των όσων πίστευε, ένοιωθε, φοβόταν και ήλπιζε, ήταν εκείνη που είχε πανικοβληθεί και ταραχθεί πρώτη, αλλά σίγουρα υπήρχε χρόνος και για κείνον. Και ο χρόνος, όπως πάντα ήρθε, αμείλικτος, αποφασιστικός και τελεσίδικος. Δεν υπήρχε γυρισμός πια, για τίποτα και για κανένα, δεν μπορούσε και δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Εκείνος θα ψέλλιζε κάτι ακαταλαβίστικο, προφανώς για την κάνει να νιώσει καλά, να κρύψει την αμηχανία του, ούτε εκείνος δεν ήξερε τι έλεγε, πόσο μάλλον εκείνη. Παρά τις συνθήκες, παρά το γεγονός οτι διαλυόταν ψυχικά χωρίς να το ξέρει, αποφάσισε να πει κάτι τελευταίο, κάτι που δεν θα άντεχε αν δεν ακουγόταν, έστω ως επίλογος, σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να μείνουν τα θαμπά δικά του λόγια να κλείσουν εκείνη την ημέρα, εκείνη την εξομολόγηση, εκείνη την σχέση. Στην προσπάθεια της να αρθρώσει, δεν τα κατάφερε, ίσως δεν προσπάθησε πολύ, ίσως δεν το θέλησε τόσο, όσο να τον φιλήσει, κλείνοντας έτσι την οδό για μια σειρά από λάθη που εκείνος θα έκανε, μιλώντας. Άφησε τα κλειδιά του σπιτιού του, εκείνα που της είχε κάνει δώρο στην επέτειο τους με το μπρελόκ καρδιά, και έφυγε αθόρυβα, χωρίς να πει τίποτα άλλο ή έστω να τον κοιτάξει, δεν θα άντεχε. Το μόνο που πήρε μαζί της ήταν η γεύση από το χείλια του και το άγγιγμα που εκείνα είχαν χαρίσει στα δικά της, της ανήκε άλλωστε.
Οι επόμενες μέρες θα έρχονταν και αυτές, εκείνη θα δούλευε πολύ, στην εταιρεία αλλά κυρίως τον εαυτό της, θα γύριζε αργά το βράδυ, θα έπινε καφέ και μετά θα συνέχιζε με κάποιο ποτό, όχι για να μην θυμάται, αυτό δεν επρόκειτο να γίνει και το ξερε καλά, αλλά για να ελαφρύνει λίγο τα βαριά συναισθήματα. Το βροχερό εκείνο βράδυ θα έβρισκε γυρίζοντας μια σκιά στις σκάλες της, θα την προσπερνούσε, ήταν αποκύημα της πλούσιας φαντασίας της και μιας τεράστιας μάταιης ελπίδας οτι κάτι θα είχε αλλάξει, οτι ένας τρόπος θα βρισκόταν. Σε λίγο θα έπαιρνε το αυτοκίνητο της και πάλι για να βγει. Η σκιά ήταν και πάλι εκεί, την προσπέρασε και πάλι αυτήν την φορά, δεν άντεξε όμως να μην γυρίσει να την κοιτάξει, στην όψη που είχε ένοιωσε για λίγο ζεστασιά και ηρεμία, για λίγο.
Τα χέρια που την κρατούσαν, δεν ήταν τα δικά του, όσο και να τον ευχόταν, δεν τα αναγνώρισε όταν τα κοίταξε, ήταν άλλα χέρια, άγνωστα, δεν τα ήθελε, δεν τα χρειαζόταν. Την μετέφεραν γρήγορα, μάλλον θα είχαν τρομάξει από τα κατακόκκινα ρούχα της, και από τα δυο ορθάνοιχτα κλαμένα καστανά της μάτια, που άρχισαν πάλι να τρέχουν σαν μεγάλα ποτάμια, δεν τα συγκράτησε, τι νόημα θα είχε; η εικόνα του την έκανε πια, μόνο να κλαίει, και έτσι ξαφνικά εκεί που την χάζευε μέσα από τις μεγάλες οθόνες του μυαλού της, έχασε μια ανάσα. Στην αρχή δεν το κατάλαβε, αλλά άρχισε να της συμβαίνει, έμεινε κάποιες ανάσες πίσω. Δεν ένιωσε πόνο, αγωνία, θυμό ή στεναχώρια, ένιωσε να βυθίζεται σε μια βαθιά θάλασσα, σκοτεινή αλλά παράλληλα τόσο γαλήνια. Ένιωσε ασφάλεια και σιγουριά, έχανε κι άλλες ανάσες ενώ κατευθυνόταν ολοένα και πιο κοντά στον βυθό, που έμοιαζε απέραντος αλλά τόσο γνώριμος. Η φωτογραφία του μυαλού της πήρε ζωή και την έπιασε από το χέρι. Πιο ευτυχισμένη και ήρεμη από ποτέ, αφέθηκε να την ταξιδέψει. Τι άλλο έμενε να κάνει πια;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου